Ξεκινώντας να διαβάζουμε τους "Αχαρνής"







Σε εκείνα τα Λήναια, που γιορτάστηκαν στην ταλαίπωρη Αθήνα του 425 π.Χ, ο Αριστοφάνης ήταν είκοσι χρονών παλληκάρι. Ο νέος ποιητής από τον δήμο Κυδαθηναίων, είχε φουντώσει από την ταλαιπωρία του πολέμου με τους Σπαρτιάτες. Είχαν περάσει, οι δύσμοιροι Αθηναίοι, επτά χρόνια καταστροφών τα οποία είχαν ρημάξει την ύπαιθρο χώρα τους και είχαν στερηθεί τα καλά της ευζωίας τους. Έτσι σκέφτηκε να σκαρώσει και να διδάξει ένα έργο, μια διαμαρτυρία υπό την μορφή κωμωδίας, που το ονόμασε Αχαρνής. Διεκδίκησε το βραβείο και πράγματι το κέρδισε γιατί, τότε, η τέχνη δεν έφτιαχνε απλώς το κέφι του κόσμου, αλλά μέσα από αυτήν έβαζε στους πολίτες, με κέφι ή με λύπη, ερωτήματα πολιτικής σκέψης.  Παρ’ όλο που το θέατρο ήταν θέαμα της ημέρας και παιζόταν το πρωί, δεν είχε την παραμικρή σχέση με τα σημερινά τηλεοπτικά πρωϊνάδικα.
Η ζωή στην πόλη της Παλλάδας και τότε ήταν ταιριαστή με την σημερινή. Τεχνολογικά μπορεί να μην είχαν κινητά τηλέφωνα, αεροπορικές εταιρείες, ασφαλιστικούς πράκτορες και άλλα καλά της εποχής μας, όμως διέθετε η κοινωνία τους φρυκτωρίες για άμεση ενημέρωση, αμαξιτούς δρόμους, αστυνομία από τοξότες Σκύθες που τους πλήρωνε η δημοκρατία, βουλευτές που κοιτούσαν την βολή τους και σίγουρα αντιπροσώπους σε ξένες χώρες που έτρωγαν και έπιναν αφού πλήρωναν τα κορόιδα στην Αθήνα και οι σύμμαχοι από τους φόρους. Οι πρεσβευτές ήταν, κάτι ας πούμε, σαν κι αυτούς που πηγαίνουν σήμερα βουλευτές στις Βρυξέλλες και βγάζουν φωτογραφίες στο φέισμπουκ προβάλλοντας την ευζωία τους. Αυτές οι συμπεριφορές είχαν ενοχλήσει τον Αριστοφάνη και το μάθαμε επειδή μας άφησε τις σκέψεις του στο θεατρικό κείμενο που ευτυχώς έφτασε στην εποχή μας μέσα από αντιγραφές.
Θα μου πει κάποιος, παλιά πράγματα ρε παιδί μου τι μας νοιάζουν τώρα;  Σίγουρα θα έχει δίκιο γιατί ποτέ σε έναν ηλίθιο δεν τολμάς να του πεις πως έχει άδικο. Ο όχλος που κουβαλά ατράνταχτες βεβαιότητες για τα πιστεύω του, είναι πάντα επικίνδυνος. Για όσους όμως ψάχνουν τις αντιστοιχίες των εποχών θα ήθελα να αναφέρω πως:
Σήμερα, εμείς οι απόγονοι των αντιηρώων εκείνης της εποχής, ως μια χώρα για γέλια, ζητάμε χρήματα, προστασία και ταυτότητα, από τους διεθνείς τραπεζικούς τοκογλύφους, υποθηκεύοντας εμπράγματα σε αυτούς γη και ύδωρ ακόμη και τις ζωές των παιδιών των παιδιών μας. Δυστυχώς και τότε ήταν το ίδιο ζήτουλες οι Έλληνες, αλλά υπήρχαν κάποιες διαφορές. Η διαφορετικότητα, έγκειται στο ότι οι τότε δανειστές, που ήσαν οι Πέρσες, χάριζαν τους χρυσούς δαρεικούς για να βγάζουν τα μάτια τους μεταξύ τους οι Έλληνες, ενώ σήμερα σου δανείζουν μονάδες χρήματος, σε βάζουν να αγοράσεις αυτές ό,τι θέλουν, που σου το πουλάνε πανάκριβα, και στο τέλος σου παίρνουν το αρχικό κεφάλαιο σε δεκαπλάσια αξία. Αυτό είναι μια πραγματική εξέλιξη της καταδυνάστευσης των ηλιθίων.

Αν τώρα παρεξηγηθεί κάποιος, για το παρελθόν, επειδή νιώθει ως Έλλην διαφορετικός θα ρωτήσει:  Μα γινόντουσαν αυτά;
Μπορεί να νιώθει τον ελληνισμό στα κύτταρά του και να καμαρώνει για το γονίδιο της φυλής που κουβαλά από τότε μέχρι σήμερα αναλλοίωτο, αλλά θα τον στεναχωρήσω. Η ιστορία έχει κακά μαντάτα για αυτόν. Τι να πρώτο-αναφέρω από τα κακά μαντάτα της ιστορίας; (Μιλώ πάντα για την εποχή που γράφηκε το έργο του Αριστοφάνη). Να πω για τον Ανταλκίδα και την ειρήνη του, την φαγωμάρα των πόλεων;  Ίσως θα πληγώσω κάποιους σαν αναφέρω το καμάρι του Θηβαίου Πελοπίδα κατά την ακρόασή του μπροστά στον Αρταξέρξη, (την χρονιά που πέθανε ο Αριστοφάνης) όταν του είπε πως εμείς είμαστε σύμμαχοί σας και πάντα ήμασταν μαζί σας. Ναι δυστυχώς αυτό ήταν αλήθεια που του είπε. Οι Θηβαίοι πολέμησαν τους Έλληνες στις Πλαταιές με το μέρος των Περσών. Όταν έχουμε επιλεκτική γνώση άρα και μνήμη, που σταματά στις Θερμοπύλες, τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα, δικαίως σήμερα υπάρχει στις κοινωνίες όπως η νέο- ελληνική ο δημοκρατικός εξανδραποδισμός. 

Με όλα αυτά στην σκέψη, έχουμε αρχίσει να διαβάζουμε το έργο που βραβεύτηκε στα Λήναια τον έβδομο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου.
Αυτοί που υπηρετούν το θέατρο χωρίς αμοιβή, που το ονομάζουμε αλλιώς και ερασιτεχνικό, έχουν μεγαλύτερη ευθύνη να προετοιμάζουν επαγγελματικά τις απαντήσεις στο ερώτημα, γιατί κάνουμε θέατρο.
Τα υπόλοιπα για τους «Αχαρνής» θα προκύψουν μέσα από το ξόρκι που χρησιμοποιούν οι συνειδητοί άνθρωποι της Τέχνης, σαν δουλεύουν. Δεν είναι κανένα άλλο από τις τρεις ίδιες λέξεις που η κάθε επόμενη είναι πιο δύσκολη από την προηγούμενη.
«Δουλειά, δουλειά, δουλειά!»
Κ.Ζ


Υ.Γ
Την εικόνα του Παρθενώνα την πήρα με σημειολογική διάθεση από ένα Περσικό ηλεκτρονικό χώρο, επειδή μαζί με τον Ελληνικό πολιτισμό τα μνημεία που δημιουργήθηκαν κατά το παρελθόν, ανήκουν ανεπιστρεπτί σε μια εποχή που σήμερα έχει βεβηλωθεί από τον οικονομικό και θρησκευτικό βαρβαρισμό της σύγχρονης κοινωνίας. 





Η άγνωστη λέξη «καθήκον»

Όταν ο Λόγος έχει την εγκυρότητα αυτή του αείμνηστου Σαράντου Καργάκου, τα σχόλια περισσεύουν. Έτσι θα αρκεστώ με την έναρξη των σχολείων ανά την επικράτεια, να αναρτήσω αυτό το άρθρο που βρήκα στον διαδικτυακό χώρο που μνημονεύω στο τέλος της γραφής.
Κ.Ζ

 

Η άγνωστη λέξη «καθήκον» και η παραγωγή... τεμπέληδων

 

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των νέων μας εδώ και 30 χρόνια δεν είναι η ανεργία αλλά η… εργασία. Ο νέος δεν φοβάται την αναδουλειά αλλά τη δουλειά. Το πάντα επίκαιρο άρθρο του Σαράντου Καργάκου. 

 


Ένα παλαιό, αιχμηρό άρθρο του Σαράντου Καργάκου, που αξίζει να μας βάλει σε σκέψεις και αυτοκριτική -ιδίως όσους υπηρετούν την εκπαίδευση.
Κατά την άποψή μας, ο λόγος είναι υπερβολικά αυστηρός, ενίοτε και ισοπεδωτικός, σήμερα που η ανεργία ειδικά των νέων με ουσιαστικά και όχι τυπικά προσόντα βρίσκεται στα ύψη και πολλοί για να ζήσουν αναγκάζονται να αναζητήσουν εργασία στο εξωτερικό.
Εν τούτοις, το αίτημα για (καλύτερη) αξιοποίηση των ανθρωπιστικών σπουδών και της πνευματικής κληρονομιάς μας για καλλιέργεια κριτικής σκέψης, αγωνιστικού φρονήματος, ήθους, εργατικότητας, τόλμης, πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας είναι επίκαιρο και διαχρονικό.

Α.Χ. Παπανδρόπουλος.

«Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία.
Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η... εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νέο-σουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές "κουλοχέρηδων"... παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές.
Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη "χειρώναξ", σαν δεύτερο συνθετικό το "άναξ", που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στον χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι' αυτό τουμπάραμε...
Κάποτε, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ' όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White collar workers».
Έτσι σήμερα, το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι... πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον OΤΕ ως έκτακτοι, τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνο για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.
Παρ' όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!), οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από "μηνύματα" του αφόρητου "κινητού" τους.
Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ' ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμιά δεξιότητα, εκτός από τη ραθυμία, την αναβλητικότητα και τον φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πώς να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά.
Δεν τα μαθαίνει πώς να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο. Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαυξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής-βλαξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό.
Και το λεγόμενο "σχολικό" είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο. Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το "Αναγνωστικό", που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή;
Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο "χαρτογιακάς". Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά "Αναγνωστικά", καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως;
Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου -και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα- απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα "προσόντα" τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν, τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας -πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές- που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Πού θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;
Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά, ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.
Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που τη δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία, που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής.
Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτίρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών. Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία-θεολογία το σύνθημα "Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη" και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού.
Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με... "Κέντρα Πολιτισμού", όπου "μπαγιαντέρες" κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου ! Το μπουκάλι με το ουίσκι βαπτίστηκε ... αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα "εξ εσπερίας νέφη", χτυπάμε το κεφάλι μας. Και πού να φθάσουν τα "εξ Ανατολής", σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).
Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος άχρηστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της.
Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά!
Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα "κηφηνεία", που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά. Θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια.
Όταν μικροί -ακόμη στο Δημοτικό- μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;), δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νιώθουμε ντροπή, όταν στη μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι "γεραιοί" και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους. "Αισχρόν γαρ δη τούτο... κείσθαι πρόσθε νέων, άνδρα παλαιότερον". Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο, οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν... Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν!
Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. "Φτιάχνουμε" τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το "γυαλί", αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με "διακοποδάνεια", εορτάζουμε με "εορτοδάνεια" και πεθαίνουμε με "πεθανοδάνεια". Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να "απέλθει", πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς.
Έπρεπε να ζούσε τώρα... Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της -δικαιώματα στην τεμπελιά- και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη».

Σαράντος Καργάκος  Εκπαιδευτικός, ιστορικός, συγγραφέας (1937 -2019)
 

Σε γιορτινό αγώνισμα







Θυμάμαι τότε που η ιδέα των Ολυμπιακών αγώνων φιλοξενήθηκε με το αζημίωτο των εμπλεκομένων  στην Αθήνα, είχα βρεθεί στις κερκίδες πλάι στην καιόμενη δάδα παρακολουθώντας στο Ολυμπιακό στάδιο αγώνες άλματος. Δεν ντρέπομαι να πω ότι έκλαψα καθώς έβλεπα τους αθλητές να τρέχουν πριν το τελευταίο πάτημα στο άλμα τους. Οι μύες σε χέρια, πόδια και πρόσωπο είχαν αφιερώσει τις συσπάσεις τους στην ιδέα, έστω κι αν αυτή είχε γίνει συσκευασμένο προϊόν στο εμπορικό μαγαζί του πολιτισμού μας. Ήταν ένα γιορτινό αγώνισμα που κι αν είχε λερωθεί με την ευτέλεια της εποχής, κρατούσε μέσα του ανάσες που εμψυχώνονται με τον ίδιο τρόπο χιλιάδες χρόνια.  
Όταν ένας άντρας αφήσει το δάκρυ του να βγει στην αγορά, κινδυνεύει να παρεξηγηθεί. Το γνωρίζω αλλά δεν πτοούμαι. Το γιορτινό αγώνισμα που έγραψε ο Σαββόπουλος στους Αχαρνής του, αν και δυσαρέστησαν κάποτε τον Κουν, κουβαλούσε μέσα του την γνώση της υπάρχουσας ευτέλειας μέσα στην αναζήτηση των υψηλών ιδανικών. Είναι δύσκολο να νιώθεις σκυταλοδρόμος στα γιορτινά αγωνίσματα που είχαν κάποτε μια χούφτα άνθρωποι, στον κλασικό κόσμο, και να πολεμάς μέσα στην σκέψη σου κατάντια του σημερινού ελληναρά.
Γιορτινό αγώνισμα είναι και η παροντική ζωή μας, και τούτο το γράφω εντελώς συνειδητά. Ένα γιορτινό αγώνισμα που ως κότινο ψάχνει την ομορφιά. Αυτήν που την κρύβουν οι σύγχρονες “λογικές” ανάγκες μέσα και έξω από εμάς.  
Πάντα μου άρεσε αυτός ο κατεργάρης Δικαιόπολις του παππού Αριστοφάνη. Μετέρχεται όλους τους τρόπους του χαμαιλεοντισμού απέναντι στις άκαμπτες σκέψεις των άλλων, με μόνο στόχο να ζήσει τον Έρωτα στην Γιορτή της ζωής του. Ίσως ο Δικαιόπολις να ήταν ο δικός μας, κατοπινός, Καραγκιόζης που ξέρει να αντέχει στην πείνα και την απαξίωση αυτών που νομίζουν πως τον εξουσιάζουν.   
Το δάκρυ, ως σπονδή, ευγενών αγώνων είναι απαραίτητο να υπάρχει σε κάθε αγώνισμα που είναι συνειδητό στην ζωή! 

Η πρόθεση σύνταξης τούτης της γραφής, βρίσκεται στην θέλησή μου να χαρίσω αυτό το “γιορτινό αγώνισμα” που ακούγεται από τον αείμνηστο Παπάζογλου στην μουσική του Σαββόπουλου, στην γενέθλιο γιορτή του γιου μου. Του στέλνω στα ξένα την ομορφιά του βιώματος της επιτυχίας που είμαι σίγουρος πως θα έχει μέσα από κόπους, και όχι κατά το σύνηθες μέσα από τρόπους.
Από την πόλη Adina της χώρας Antiqua όπως μετονομάζει ο Ηλίας Πετρόπουλος την Αθήνα και την Ελλάδα στο βιβλίο του «Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη», στέλνω έναν όμορφο χαιρετισμό στην Στοκχόλμη και στον Ηλία τον γιο μου.

Χρόνια σου πολλά! 


Συνημμένο βίντεο με τον Νίκο και τον Νιόνιο στα νιάτα τους,  στο γιορτινό αγώνισμα…


Ι Τσινγκ - μία σκέψη







Τις περισσότερες φορές οι διαδικασίες εύρεσης στοιχείων και η μελέτη πηγών σε οδηγούν σε διατυπωμένες σκέψεις ανθρώπων που είναι ενδιαφέρουσες ως πληροφορίες στην δική μας ζωή.
Ψάχνοντας ιστορικά στοιχεία για την αντίληψη που είχαν οι άνθρωποι για τον κάτω κόσμο, η αναφορά του βιβλίου που μελετώ, φτάνει σε ένα κεφάλαιό του στην ανάλυση του βιβλίου της Αλλαγής (Ι Τσινγκ) που ενέπνευσε για 2,5 χιλιάδες χρόνια τον Κινεζικό Πολιτισμό.
Έχοντας επίγνωση πως δεν ενδιαφέρει το θέμα μελέτης μου την συντριπτική πλειοψηφία των επισκεπτών αυτού του χώρου, νομίζω πως έχουν τεράστιο ενδιαφέρον για αυτούς μερικές σκέψεις από το βιβλίο του Robert Temple με τίτλο Netherworld που αναφέρονται στην Κινέζικη φιλοσοφία και μιλούν για το σκάκι. Οι ακόλουθες σκέψεις, μέσω μελετητών, διατυπώνονται ως συμπεράσματα τα οποία καταγράφω δημόσια. Μου άρεσε να τα μοιραστώ αυτές τις πληροφορίες με το τυχαίο ζευγάρι μάτια που θα σταθούν σ’ αυτό το κείμενο, κάνοντάς τον άνθρωπο που ελέγχει την όραση της νόησής του να νιώσει την ευθύνη και την ομορφιά της πρωτογενούς σκέψης. 

"…Ο ακλόνητος ορθολογισμός είναι απλά φόβος. Και αυτό γιατί τα αμετάβλητα όρια δημιουργούνται από εκείνους που δεν έχουν αυτοπεποίθηση και νιώθουν πως απειλούνται. Η αρχαία ελληνική πόλη της Σπάρτης είχε τέτοια αυτοπεποίθηση για το ανίκητο πεζικό της, που δεν περιβαλλόταν από τείχη: γνώριζε πως κανένας εχθρός δεν θα προχωρούσε τόσο πολύ. Η σύγχρονη επιστήμη και η πραγματική επιστημοσύνη όλων των εποχών θα έπρεπε να νιώθει αρκετά σίγουρη για τις δικές τις, σταθερές αρχές, ώστε να μπορέσει να ρίξει τους μεγάλους τοίχους που προφυλάσσουν τους διαδρόμους της ακαδημαϊκής κοινότητας. Δεν κτίστηκαν για να κρατήσουν έξω τις ορδές των βαρβάρων, αλλά για να περιορίσουν τους εαυτούς τους. Ρίξτε τα φράγματα, αφαιρέστε το αγκαθωτό συρματόπλεγμα, επιδιορθώστε τις τρύπες από όπου περνούν οι αλεπούδες. Η επιστήμη και η μάθηση δεν πρέπει να είναι δεμένες και φιμωμένες από τυπολατρικές απόψεις, αλλά πρέπει να παραμένουν ανοιχτές και ελεύθερες στην απεριόριστη διερεύνηση. Αυτό σημαίνει πως θα έπρεπε να ενθαρρύνεται η σοβαρή σκέψη για ένα αντικείμενο, το οποίο δεν είναι κατανοητό και έχει να κάνει με την «προκατάληψη». Θα ήταν φοβερή αλαζονεία να επιμένουμε πως δεν έχουμε τίποτε να μάθουμε από το περίεργο σύστημα του κινεζικού βιβλίου της Αλλαγής…"

 Κ.Ζ





Συνέντευξη στην Πολυξένη Γκιούρη




https://politismos.online/portfolio/%CE%BA%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B1-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%86%CE%BF/?fbclid=IwAR3N6OXVAgEBf-v0Yxy8i8DGwp4jh8HdwIh5Q33pbcsHcqcBkjCKiTKvHg0
Μετάβαση στον σύνδεσμο

Κώστας Ζωγραφόπουλος
«Τα λόγια που φουσκώνουν το μπόι μας χωρίς αντίκρισμα δεν δίνουν τίτλους αλλά κατάντια».


Της Πολυξένης Γκιούρη
18/06/2019


 Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερα μεγάλη τιμή, σας παρουσιάζω τη συνέντευξη του κυρίου Κώστα Ζωγραφόπουλου. Δεν θα δώσουμε τίτλο στον Κώστα, ούτε θα αναφέρουμε καμία ιδιότητά του, όπως άλλωστε κάνει και ο ίδιος για τον εαυτό του. Θα αφήσουμε τους αναγνώστες μας να βγάλουν τα συμπεράσματά τους. Άλλωστε τα όσα μας είπε, μας γέμισαν εικόνες, μυρωδιές και συναισθήματα. Μας γνώρισαν τον άνθρωπο που ανήκει στην ψηφίδα αυτής της νέας εποχής του πολιτισμού μας και μας κάνει να νιώθουμε περήφανοι. Απλά τον ευχαριστούμε.






Π: Να ξεκινήσουμε από τα προσωπικά σας στοιχεία για να σας γνωρίσουμε στους αναγνώστες μας. Πείτε μας λίγα πράγματα για σας.

Κ: Γεννήθηκα στον Πειραιά. Μεγάλωσα σε γειτονιές με χώμα και έτρεξα τα παιδικά μου καλοκαίρια πίσω από καταβρεχτήρες δρόμων. Έζησα τους επαίτες αρκουδιάρηδες με το ντέφι, την περιοδεύουσα λατέρνα και τον πετροπόλεμο των παιδικών ομάδων στις γειτονίες. Μεγάλωσα με τις προσφυγικές μυρωδιές από την γενιά της μητέρας μου, αλλά και με την μετρημένη σιωπή των βουνίσιων, μια και ο πατέρας μου ήρθε στην πρωτεύουσα από τα άγονα βουνά κοντά στην Καστοριά.




Από μικρή ηλικία είχα το θράσος του να γράφω και να ζωγραφίζω. Αργότερα έμαθα πρώτα να παρατηρώ. Το θέατρο αρχικά το γνώρισα στα θερινά σινεμά μέσα από τα νούμερα της επιθεώρησης. Μέχρι σήμερα είμαι γοητευμένος από την αλήθεια των μεγάλων ερμηνευτών που πέρασαν από το θέατρο.
Δεν πιστεύω σε τίτλους ιδιοτήτων που εύκολα αφήνουμε να ντύσουν την ζωή μας, αλλά στην αξία των επιλογών του βίου που επιλέγουμε. Υπήρξα λειτουργός στην ζωή μου ετερόκλητων σπουδών. Η μία γνώση πάντα συνεπικουρεί την άλλη. Τους ποιητές τους συμπαθώ, αλλά σέβομαι και τιμώ αυτούς που “δωριστί” ξέρουν τι θέλουν να πουν. Στην ζωγραφική λάτρεψα τα έντομα που σώθηκαν από την λήθη της στιγμής μέσα στο χρώμα του Βίνσεντ Βαν Γκονγκ. Στο αρχαίο θέατρο, είχα την τύχη να μεταφράσω τον Αισχύλο στον Προμηθέα Δεσμώτη, αλλά και υποκριτικά να γνωρίσω τον λόγο των ποιητών παίζοντας τραγωδίες. Ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή, ή ο Μενέλαος της Ελένης του Ευριπίδη μου εξέλιξαν την αντίληψη.  Νιώθω πως είμαι διαρκώς μαθητής και ορίζω ως δασκάλους στην ζωή όσους διδάσκουν την απορία τους και όχι το εγώ τους.





Τα τελευταία χρόνια συμπορεύομαι μαζί με τους ηθοποιούς των Ελληνικών Ταχυδρομείων, ζητώντας από αυτούς να υπερβούν αυτό που τους έμαθαν πως “είναι”, για να αποδώσουμε στην σκηνή απαιτητικά κείμενα. Σήμερα που απαντώ στις ερωτήσεις σας είμαι χαρούμενος για την πρόσφατη βράβευση της Γιούλης Καραουλάνη για την απόδοσή της στον ρόλο της Μήδειας του Μποστ που ανεβάσαμε με την θεατρική ομάδα σε διαγωνιστική γιορτή του Δήμου Κηφισιάς.
Πρόσφατα έχω συμμετάσχει ως ηθοποιός σε όμορφες θεατρικές παραγωγές, και ταινίες άξιων κινηματογραφικών δημιουργών. Ενδεικτικά αναφέρω το έργο «Με οικογένεια» που παίχτηκε στο Χυτήριο σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καλογιάννη, καθώς και στην ταινία «Ύδωρ» της Κλεοπάτρας Εμμανουήλ, που ταξιδεύει ήδη για το φεστιβάλ της Δράμας.
Κάνω και πολλά άλλα, όπως η δημιουργία σκηνικών ή η συγγραφή έργων, αλλά επειδή το γέμισμα των σειρών μιας γραπτής συνέντευξης με πολλές πληροφορίες κουράζει, λέω να σταματήσω εδώ την αναφορά μου στα καλλιτεχνικά δημιουργήματα.
Τα πιο σπουδαία δημιουργήματα στην ζωή μου, χωρίς να διεκδικώ τίτλους ιδιοκτησίας για αυτά, είναι τρία μου παιδιά. Στο σπίτι με την σύντροφό μου, αντί να βλέπουμε ριάλιτι, διαβάζουμε ποίηση, ενίοτε τσακωνόμαστε και κατά κανόνα σχεδιάζουμε κόσμους μυθοπλασίας.
Τέλος νομίζω πως ένα ποίημα του Κώστα Ουράνη, με τίτλο θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι, αντιπροσωπεύει την αντίληψη που έχω για την ζωή μου.  Κατά τα άλλα, πιστεύω πως χωρίς χιούμορ δεν κάνεις καλή παρέα με όσους επιλέγεις να έχεις δίπλα σου στις ανηφόρες.

Π: Κύριε Ζωγραφόπουλε, αν θέλαμε να σας δώσουμε ένα τίτλο, ποιος θα ήταν αυτός;

Κ: Με μία πρόταση, θα έλεγα  βροτός και περαστικός από την ζωή. Ενδιαφέρον όμως πάντα πέρα από τους αυτοπροσδιορισμούς που δίνουμε, έχει το «γιατί» της όποιας σκέψης μας. Αυτό το «γιατί» νομιμοποιείται μόνο από την έμπρακτη στάση ζωής μας. Τα λόγια που φουσκώνουν το μπόι μας χωρίς αντίκρισμα δεν δίνουν τίτλους αλλά κατάντια. Θα έλεγα λοιπόν πως έχω πλήρη επίγνωση της λήθης που θα υποστώ κι εγώ όπως όλοι μας, άρα επιλέγω κυρίως τον χαρακτηρισμό «περαστικός από την ζωή».

Π: Θέλετε να μας περιγράψετε την πρώτη σας ουσιαστική επαφή με το θέατρο;

Κ: Οι παιδικές εμπειρίες είναι αυτές που μας οδηγούν υποσυνείδητα στην ζωή. Έτσι πριν πολλά χρόνια είχα την τύχη να μαγευτώ από τα φώτα της ράμπας του Δημοτικού θεάτρου Πειραιά. Είχα βρεθεί πάνω στην τεράστια σκηνή του σε μαθητικές επιδείξεις. Την πρώτη φορά ήμουν ένας κόκορας και την επόμενη ακριβώς χρονιά ήμουν ένας ερωτευμένος Σπανιόλος.  Μέχρι σήμερα είναι στιγμές που για δευτερόλεπτα όταν παίζω πάνω στην σκηνή νιώθω αυτό το υπέροχο συναίσθημα της ενότητας σκηνής και πλατείας κάτω από τα φώτα της ανελέητης έκθεσης της θεατρικής ζωής μου.

Π: Έχετε πει πως υπάρχουν δύο ειδών συγγραφείς, οι κακοί και οι καλοί. Οι κακοί γράφουν, οι καλοί όχι. Εσείς σε ποιους ανήκετε;

Κ: Ναι, αυτή η αναφορά υπάρχει ως χιουμοριστικό σημείωμα στο εξώφυλλο του ιστορικού μυθιστορήματος «Αθιβολή» που εξέδωσα. Θα αρχίσω από το τέλος της ερώτησής σας λέγοντας πως θεωρώ λάθος να ορίζουμε εμείς ιδιότητες στον εαυτό μας. Δεν είμαι λοιπόν συγγραφέας, απλώς γράφω. Ούτε καν ηθοποιός θεωρώ πως είμαι, απλώς παίζω. Στην κάρτα που διαθέτω με στοιχεία επικοινωνίας μου και την δίνω όταν χρειάζεται, δεν αναφέρω καμία ιδιότητα. Αφήνω τον χώρο κενό να γράψει αυτός που με γνωρίζει. Πάντα οι άλλοι ορίζουν- κατά την συγκρότησή τους – την ιδιότητα που θέλουν να μας δώσουν.  Θεωρώ πως είναι μεγάλη υπόθεση να έχει κάποιος τον τίτλο του συγγραφέα. Αυτή η ιδιότητα, όπως και πολλές άλλες, έχουν φτάσει να είναι τίτλοι κούφιοι.  Όλοι γράφουμε, όλοι τραγουδούμε, όλοι παίζουμε θέατρο και όλοι πολιτευόμαστε. Χωρίς να είμαι κατ’ ίχνος ρατσιστής θα σας πω την παροιμία «Κουτσοί, στραβοί στον άγιο Παντελεήμονα». Λέμε πως όλοι έχουν την ελευθερία στον αυτοπροσδιορισμό και τις επιλογές της ζωής τους. Βέβαια η έννοια της ελευθερίας, τώρα πια, απέχει μακράν αυτής που μας άφησε παρακαταθήκη ο Κάλβος.  Όταν μάθουμε λοιπόν να μην γράφουμε ανόητα αλλά να διαβάζουμε και να σιωπούμε, ίσως γίνουμε καλύτεροι Πολίτες. Τότε ίσως αποκτήσουμε κρίση, ξεφεύγοντας από την αδιάκριτη βαρβαρότητα του θράσους της ατομικής μας έκφρασης. Όταν μάθουμε να μην λέμε ανεπεξέργαστα την γνώμη μας, ειδικά όταν αυτή δεν μας ζητείται, τότε θα υπηρετήσουμε τον ανθρώπινο πολιτισμό.  Δηλαδή όταν σταματήσουμε να προβάλλουμε το κακομαθημένο εγώ μας, τότε θα αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε την τραγικότητα της ανάγκης, μέσα από την ιδιότητα του να είσαι Άνθρωπος.

Π: Ποιος από τους μεγάλους αρχαίους τραγικούς ποιητές σας αντιπροσωπεύει περισσότερο;

Κ: Η γνώση του κλασσικού πολιτισμού και ειδικά για τους τραγικούς μας ποιητές, επί πολλοίς, είναι περιορισμένη. Η αντίληψη που διαμορφώνει ο μέσος πολίτης για τους τραγικούς ποιητές προέρχεται από τις εκδοχές ερμηνείας των έργων από τους σκηνοθέτες. Όταν ακούγεται η έκφραση «φέρνουμε τα μεγάλα έργα στο σήμερα» επί της ουσίας τις περισσότερες φορές χωράμε τα λόγια ενός άγνωστου πολιτισμού στο ήθος της σημερινής προσωπικής συγκρότησής μας.  Δυστυχώς σήμερα όλα τα ερμηνεύουμε σύμφωνα με το δικό μας ωφελιμιστικό ιδιοτελές συμφέρον και δεν έχουμε την ικανότητα να κατανοήσουμε το μυστηριακό θέατρο. Κανένας τραγικός ποιητής λοιπόν δεν με αντιπροσωπεύει. Υποστηρίζω αυτό γιατί, ως γέννημα της εποχής μας, είμαι πολύ κατώτερος από αυτούς σύμφωνα με την Ησιόδεια εξέλιξη των ανθρώπων. Ποιος μπορεί να καταλάβει τον ανδρείο και μύστη Αισχύλο;  Σε εποχές σαν την σημερινή που η αναφορά σε θεσμούς που είχαν ισχύ και αξία τότε αποτελεί θέμα εκτός μόδας, δεν νομίζω πως διαθέτουμε την πνευματική συγκρότηση να κατανοήσουμε τους τραγικούς. Στην εποχή μας ο Ετεοκλής με τον Πολυνείκη θα έπρεπε, κατά την αντίληψη των εξελιγμένων χρηματο-οικονομικά ανθρώπων, να μοιράσουν την  αξία της γης των Θηβών και να απολαμβάνουν τα μερίσματα του κέρδους τους στην φιλήδονη πόλη της ακόλαστης Κορίνθου. Όχι δυστυχώς, δεν με αντιπροσωπεύει κανένας τραγικός και τούτο είναι πολύ οδυνηρό.  Απλώς τους μελετώ για να βοηθήσω τον εαυτό μου να σκέφτεται καλύτερα.

Π: Με ποιον τραγικό ήρωα ταυτίζεστε;

Κ: Σε συνέπεια με την προηγούμενη απάντησή μου επαναλαμβάνω πως δεν έχουμε κοινό τόπο σκέψης με τις τραγωδίες. Βέβαια η κωμωδία που δεν είναι τίποτε άλλο από την τάση του να ξεφύγει ο νους μας από την συνειδητή ευθύνη του απέναντι στο τραγικό. Θα έλεγα πως μου ταιριάζει ο Πεισθέταιρος του Αριστοφάνη που ψάχνει να βρει την βολική για αυτόν Πολιτεία. Δεν είναι λίγοι αυτοί, κυρίως νέοι, που μέσα από ανάθεμα για την στρεβλή λειτουργία της κοινωνίας μας φεύγουν στα ξένα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.  Ίσως κι εγώ να έχω μέσα μου την αναζήτηση μιας Νεφελοκκοκυγίας σαν τον ήρωα του Αριστοφάνη στους Όρνιθες.



Π: Αν σας λέγαμε ότι κάτω από κάποιες ανεξήγητες και ακατανόητες συνθήκες θα εξαφανιζόταν όλες οι θεατρικές σας δημιουργίες, αλλά θα μπορούσατε να σώσετε μόνο μία, ποια θα θέλατε να ήταν αυτή;

Κ: Μπροστά σε τόσα σημαντικά που έχουν γίνει στο Ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, με φοβίζει η κολακευτική ιδέα πως θα έπρεπε να μείνει στο χρόνο κάτι δικό μου. Υπηρετώντας όμως την ερώτησή σας, θα σας απαντούσα πως θα ήθελα να σωθεί μια ηχογράφηση από την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας που τελευταία συμμετείχα με την φωνή μου, αναπαριστώντας τον Αγαμέμνονα μέσα από τον πρωτότυπο αρχαίο λόγο. Η ηχογράφηση  έγινε για σκοπούς εκπαίδευσης των ανθρώπων που αγαπούν και μελετούν την Ελληνίδα σκέψη παγκοσμίως. Αναφέρω τον λόγο που έγινε η ηχογράφηση, μήπως παρεξηγηθώ από τους αναγνώστες και νομίσουν πως αφορούσε την παιδεία στην πατρίδα μας.  Η ενασχόληση με την αρχαία γραμματεία, εντός της Ελληνικής επικρατείας, είναι εν πολλοίς παρεξηγήσιμη επιλογή. Θεωρώ πως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια μπορούν να χτίσουν, σε ένα μέλλον, εκ νέου το ήθος της ανθρώπινης σκέψης. Θα χαιρόμουν λοιπόν αν υπήρχα κι εγώ μέσω αυτής της ηχογράφησης, ως μία ακόμα ψηφίδα στην νέα εποχή που θα αναγκαζόταν να ζήσει ο πολιτισμός.

Π: Ας κάνουμε άλλη μια υπόθεση, για μια μέρα γίνεστε υπουργός πολιτισμού, τι θα αλλάζατε στο θέατρο;

Κ: Ενδιαφέρουσα ερώτηση, γιατί έχει μέσα της κάτι από την γραφή του φανταστικού. Θα θέσπιζα λοιπόν, ένα νόμο που θα υποχρέωνε τους πάντες να μάθουν πως ο πολλαπλασιασμός του μηδενός με όποιο νούμερο επιθυμεί ο καθένας είναι αδύνατη πράξη.  Ακούγεται παράλογο, αλλά στην φανταστική συζήτηση όλα επιτρέπονται. Εξηγώντας, ορίζω πως το μηδέν είναι το Εγώ μας. Τα νούμερα που προσπαθούμε να το πολλαπλασιάσουμε με αυτό είναι οι επιθυμίες μας. Το αδύνατον της αιωνιότητας που φαντάζεται το φτωχό μυαλό μας είναι ο ίδιος ο θάνατος μέσα από τον κύκλο της ύλης. Άρα είναι αδύνατον να αλλάξει κάτι στην ζωή μας,  αν δεν πάρει μία «τιμή» και να ξεφύγει επιτέλους από το τίποτα η μηδενική αξία του εγωκεντρικού πολιτισμού μας. Ξέχασα να σας πω ότι το θέατρο δεν είναι κάτι διαφορετικό από την παρατήρηση της ίδιας της ζωής μας. Αλλάζοντας η ερμηνεία μας για την έννοια ζωή θα αλλάξει τότε και αυτό…

Π: Πείτε μας ένα μυστικό σας ταλέντο.

Κ: Πειραματίζομαι στα φαγητά και τούτο έχει διπλό αποτέλεσμα. Είναι φορές που οι έπαινοι κρατούν μέρες, αλλά και κάποιες φορές η απογοήτευση στο σπίτι και οι αστεϊσμοί από φίλους δίνουν και παίρνουν για το πρόσωπό μου. Το ταλέντο μου αυτό επί της ουσίας διακυμαίνεται από την ευχή ως την κατάρα, αυτού που πεινά και αποφασίζει να εμπιστευθεί την μαγειρική μου.

Π: Τέλος θα ήθελα να σας παρακαλέσω να απαντήσετε σε μια ερώτηση που εσείς θα κάνατε στον εαυτό σας. 

Κ: Αυτό είναι εύκολο. Επειδή δεν ξεχωρίζω στα κουσούρια από τους άλλους υπέροχους ανθρώπους γύρω μου, θα ρώταγα τον εαυτό μου «ποιο είναι το μεγαλύτερο ελάττωμά σου».  Τότε εντελώς ύπουλα για την προστασία του εγώ μου, με ύφος αθώο, θα απαντούσα πως «το μεγαλύτερό μου ελάττωμα είναι που εμπιστεύομαι τους άλλους και εξ αυτού πληγώνομαι».  Τέλος για να κλείσουμε νομίζω πως θα επαναλάβω ότι οι άνθρωποι οφείλουμε να «βλέπουμε» την σκέψη μας με πολύ χιούμορ, γιατί η ζωή χωρίς αυτό, αν την παίρνουμε στα σοβαρά, είναι αφόρητα δυσάρεστη.

Ευχαριστώ για το βήμα της έκφρασης που μου παραχωρήσατε.

Κώστας Ζωγραφόπουλος 

http://kostaszografopoulos.blogspot.gr