Πρεμιέρα στον Μπρεχτ από τους εργαζόμενους των ΕΛΤΑ



Σκηνή εργοστασίου, από αριστερά προς τα δεξιά:
Γιάν Σουν Τάσος Καπιζώνης, Κυρία Γιανγκ  Κατερίνα Αλυσανδράτου,
Σουι Τα  Γωγώ Θεοδωρίδου


Χθες, ήταν μια όμορφη βραδιά. Το κείμενο του Μπρέχτ μέσα από την πέννα του Μάριου Πλωρίτη ήταν παρών. Οι ηθοποιοί είχαν μετουσιώσει την διδαχή και ήσαν έτοιμοι για την πειστική υπόκρισή τους. Αυτό που έμενε, ήταν το τρίτο αναγκαίο συστατικό του Θεάτρου.

Χθες λοιπόν, οι Θεατές απόλαυσαν τα 155 λεπτά του έργου με χειροκροτήματα στα ενδιάμεσα των σκηνών. Ήταν αυθόρμητες εκδηλώσεις της ψυχής τους, καθώς κοινωνούσαν το μεγάλο κείμενο του Γερμανού ποιητή που είναι πάντα επίκαιρο. Τους ευχαριστώ από την καρδιά μου, μια και τούτο είναι η ουσία της ενασχόλησης μου με το Θέατρο.

Αυτό που ξέρω να κάνω στη ζωή μου, είναι να πολεμάω τον κακό προγραμματισμό της συνήθειας της σκέψης, μέσα και έξω από το μυαλό μου. Όλα ήσαν μετρημένα με αρμονία και έξω από την υπερβολή. Η απλότητα των εικαστικών της σκηνής, στόχευε στην ανάδειξη του λόγου και των αντικρουόμενων αναγκών που φέρουμε μέσα μας και δεν ιχνηλατούμε την αιτία.
Στόχος ήταν να αφορά το κείμενο τη σκέψη μας και τον μικρόκοσμο μας, που συνήθως αποφεύγουμε να τον κοιτάξουμε, ψάχνοντας την κατηγόρια για τα κακώς κείμενα σε αιτίες έξω από εμάς. Τα μάτια του αποδέκτη των κόπων μας, αποζημίωσαν την επίπονη προετοιμασία του έργου.

Θα ήθελα ακόμη, να ευχαριστήσω μέσα από το εκλεγμένο Διοικητικό Συμβούλιο, όλα τα μέλη του Συλλόγου Εργαζομένων και Συνταξιούχων υπαλλήλων των ΕΛΤΑ, για την επιλογή και στήριξη τέτοιων μεγάλων έργων, καθώς και για την άρτια υλοποίηση της παραγωγής.

Τέλος, τα άτομα που μοιράστηκαν το όνειρο και «λύγισαν» κάποιες στιγμές μέσα από τις δυσκολίες τους όλο αυτό το διάστημα, αξίζουν το μεγαλύτερο ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη που έδειξαν στους δύσκολους δρόμους που τους οδήγησα στήνοντας το έργο. Έτσι ευχαριστώ την υπέροχη ομάδα μας με την σειρά εμφάνισής τους στο έργο.

                          Βάνγκ, Παπάς                                        Δημήτρης  Καρακοντάκης
                          Α΄ Θεός                                                    Χρήστος Ανδρεουλάκης     
                          Β΄ Θεός                                                                     Νίκος Γλυνός
                          Γ΄ Θεός, Γριά, αγόρι                                            Δέσποινα Μάκρα 
                          Σεν Τε, Σουι Τα                                                 Γωγώ Θεοδωρίδου 
                          Σιν                                                                               Γωγώ Λιάπη 
                          Γυναίκα, Πόρνη, Κα Γιάνγκ                        Κατερίνα Αλυσανδράτου 
                          Μα Φου                                                          Στέφανος Φορλίγκας 
                          Νύφη, νεαρή πόρνη                                        Ελισάβετ Μενεξιάδη 
                          Άνεργος, Μι Τσου                                            Γιούλη Καραουλάνη 
                          Λιν Το, Αστυφύλακας, Χαλάς, Γκαρσόν                  Μάνος Ζαβάκος 
                          Γιαν Σουν                                                             Τάσος Καπιζώνης 
                          Σου Φου                                                                    Γιώργος Ζώης 

Ένα έργο όμως έχει και πίσω από τη σκηνή τους αναγκαίους συντελεστές που κοπιάζουν έξω από τα φώτα της ράμπας.
Αποδέκτες των ευχαριστιών μου είναι λοιπόν, ο αξιόλογος Γιώργος Μπαρόλας που ανέλαβε την μουσική επιμέλεια, καθώς και ο ηχολήπτης Βαγγέλης Αποστόλου που συντόνισε τον ήχο με το φως στην παράσταση.
Τον δύσκολο ρόλο του βοηθού σκηνοθέτη, ανέλαβε με επιτυχία η Κατερίνα Αλυσανδράτου, μαζί με τους απαιτητικούς ρόλους της. Τα κοστούμια επιμελήθηκε την υλοποίησή τους η ικανότατη Κορίνα Βουτσινά.
Τελευταία άφησα να μνημονεύσω την μικρή Νεφέλη Ζωγραφοπούλου Σοφοκλέους, που πριν από επτά μήνες διδάχτηκε την αφήγηση των σκηνών που περιλαμβάνει το έργο. Δυστυχώς λόγοι ανώτεροι της ομορφιάς της ζωής, δεν της επέτρεψαν να βρίσκεται μαζί μας ώστε να υποκλιθεί στο κοινό. Της συμπαραστάθηκα χειροκροτώντας και εγώ τους υπέροχους ηθοποιούς, αποφεύγοντας να υποκλιθώ στο τέλος της παράστασης. Αρκέστηκα στο εισαγωγικό σημείωμα που έκανα στην αρχή του έργου.

Ήταν μια μεστή, σεμνή και όμορφη θεατρική πρεμιέρα.
Το λιγότερο που έχω να πω είναι ένα Ευχαριστώ με βλέμμα σεβασμού προς όλους που ήσαν παρόντες.

Από τον πρόλογο στην αρχή του έργου
Από αριστερά:  Βάνγκ,  Δημήτρης Καρακοντάκης και οι φιγούρες των θεών 
Ανδρεουλάκης Χρήστος, Δἐσποινα Μάκρα και Νίκος Γλυνός








Σκηνή Καπνοπωλείου  από αριστερά:
Σουι Τα Γωγώ θεωδωρίδου, Αστυφύλακας Μάνος Ζαβάκος
Γυναίκα Κατερίνα Αλυσανδράτου και Μα Φου Στέφανος Φορλίγκας



Επίλογος έργου
Όλος ο Θίασος



Εξωτερικό μέρος του μικρού προγράμματος



Εσωτερικό κείμενο του προγράμματος


Πριν την παράσταση...





Σε μια από τις τελευταίες πρόβες της ομάδας των Ταχυδρομικών, αντικατέστησα τον τεχνικό και κάθισα στο ηλεκτρολογείο για να συντονίσω τα ηχητικά μέρη της παράστασης μαζί με τον φωτισμό. Σε κάποιες φάσεις στην αρχή του έργου, έδινα με τον χαρακτηριστικό τρόπο που συνηθίζω, τις αναγκαίες παρατηρήσεις.
Σιγά - σιγά όμως αφέθηκα, ώσπου φτάσαμε στην σπουδαία σκηνή του Δικαστηρίου, κατά την οποία υπάρχει κορύφωση του έργου. Με μιας, ένιωσα θεατής που τον είχε συνεπάρει η υπόθεση και αισθάνθηκα ότι έβλεπα το έργο σαν να ήταν η πρώτη μου φορά. Μόλις το συνειδητοποίησα, άφησα να βουρκώσουν λίγο τα μάτια μου. Ήταν πολύ όμορφο συναίσθημα. Έζησα για λίγο, τον ίδιο τον θάνατο του δάσκαλου, σαν πάρουν και συνεχίσουν να προσθέτουν οι άλλοι πάνω στις σκέψεις του.

Αισθάνθηκα στο έργο που παρακολουθούσα, όλους τους σπουδαίους Δασκάλους που συνάντησα στη ζωή μου, μια και ένα κομμάτι τους το αναγνώριζα τώρα σε αυτούς τους όμορφους ανθρώπους που έπασχαν δημιουργικά στην σκηνή. Σκέφτηκα, πόσο σπουδαίο είναι να αφήνεις τη δημιουργία σου ελεύθερη χωρίς να σκέφτεσαι ηλίθιες ιδιοκτησίες… Αυτό που μένει στο τέλος μιας ζωής, σ’ όσους συνεχίζουν τη θύμηση, είναι η γεύση μιας ανθρώπινης όσμωσης που κάποιοι την ονομάζουν και πολιτισμό.

Έφτασε ο καιρός λοιπόν να κοινωνήσουμε στους θεατές το δρόμο που τραβήξαμε. Μια παρέα ανθρώπων, που σε κόντρα της ζωής τους, έβρισκαν χρόνο να κάνουν Τέχνη έστω και αν ξυπνούσαν στις 6 το πρωί για να μοιράσουν γράμματα ή για να συντονίσουν το έργο ενός τεράστιου οργανισμού όπως είναι τα ΕΛΤΑ.
Σχεδόν όλα έγιναν με δυνάμεις της ομάδας κάτω από ένα όραμα, του οποίου ανέλαβα την ευθύνη, αποδελτιώνοντας την σημειολογία αυτού του σπουδαίου έργου του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Δουλέψαμε με επαγγελματισμό και δεν αφήσαμε τίποτε να πάει στην τύχη…

Οι ευχαριστίες μου σε συνεργάτες και τους ηθοποιούς θα υπάρξουν αναλυτικά κάποια στιγμή μόλις ετοιμαστεί το πρόγραμμα από το Πολιτιστικό Κέντρο που οργανώνει με επαγγελματική ακρίβεια τέτοιες παραγωγές.
Προς το παρόν βρισκόμαστε αυτές τις τελευταίες ημέρες, όλοι μας κάτω από το τρίπτυχο πρόσταγμα που χρειάζεται το θέατρο, με τις ίδιες (;) δύσκολες λέξεις: δουλειά, δουλειά, δουλειά!



Επεξήγηση του ερωτηματικού: (;)
Δουλειά προς τον Λογικό Νου μου, δουλειά προς το συναίσθημά μου και υποχρεωτικά δουλειά "προς" και "με" τους άλλους, με τους οποίους μοιραζόμαστε την συν-χώρεση της θεατρικής ιερουργίας.




Εγκεφαλικά απορρίγματα στα παζάρια της «γνώσης»





-Καλό είναι, να το πάρει η κυρία … είναι ψυχολογικό θα της αρέσει…

Πάντα μου άρεσε, έστω και σπάνια, να πηγαίνω στα υπαίθρια παζάρια και να παρακολουθώ την πρωτόλεια αγωνία των εκφράσεων στο βλέμμα και το πρόσωπο των ανθρώπων πίσω από πραμάτειες που δεν με ενδιέφεραν. Ένα μικρό σταμάτημα του βηματισμού μου στο κάλεσμα του πλανόδιου έμπορα, ήταν αρκετό για να ξεκινήσει μια ραγιάδικη μονομερής επικοινωνία με μόνο στόχο το κέρδος.

Κάπως έτσι σταμάτησα σήμερα, σε ένα πάγκο με αραδιασμένα όμοια βιβλία πάνω του. Φυσικά, γύρισα ευγενικά το κεφάλι μου στο κάλεσμα της κυρίας που είχε την ευθύνη της πραμάτειας πίσω από αυτόν. Σχεδόν αμέσως κατάλαβα ότι το κάλεσμα του ενδιαφέροντος της ξανθής ταλαιπωρημένης μεσήλικης, πλην μπουκλοχτενισμένης πωλήτριας, αφορούσε μεν εμένα ως αγοραστή, όμως το πραγματικό ενδιαφέρον της, στόχευε στην κοπέλα που βάδιζε μαζί μου, ψάχνοντας να την πείσει πως το εμπόρευμά της είναι απαραίτητο για την μόρφωσή της.

Αφού μου επανέλαβε τρεις φορές τους τίτλους των δύο βιβλίων που ήσαν αραδιασμένα μπροστά της, θέλησε να μου δώσει περισσότερα στοιχεία για το τι ακριβώς πραγματεύονται στην συγγραφική τους θεματολογία. Διεστάλη λίγο η κόρη του ματιού μου, σαν άκουσα ξαφνιασμένος τα λόγια της, που μου επεσήμαιναν πως δεν είναι για μένα ταιριαστά τα βιβλία, όσο για την κοπέλα, μια και ήσαν ρομαντικές ιστορίες. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι όπως οι σερβιέτες αφορούν την εξυπηρέτηση αναγκών της γυναικείας φύσης και τα προφυλακτικά αντίστοιχα την εξυπηρέτηση του ανδρικού μορίου, έτσι και τα πνευματικά δημιουργήματα στο σύγχρονο μάρκετινγκ της εμπορίας των βιβλίων έχουν σεξουαλικές κατευθύνσεις.

Συνέχισα να είμαι ευγενής, αλλά συνάμα ξυπνούσε ο διαστροφικός νους μου, που ήθελε να διαπιστώσει το μέγεθος της πνευματικής ένδειας που αντίκριζα, καθώς η τύχη με είχε οδηγήσει εμπρός της. Έτσι λοιπόν, σήκωσα ένα βιβλίο και άφησα το βλέμμα μου να συγχρονιστεί σερνάμενο πάνω του, με ένα ρυθμικό ανάγνωσμα της περίληψης στο οπισθόφυλλο. Όση ώρα λειτουργούσα ως εμψυχωτής του ενδιαφέροντος της κοπέλας δίπλα μου, τα μάτια της πωλήτριας ήσαν στραμμένα με ευλάβεια στο σιγοδιάβασμά μου. Μόλις τελείωσα, πριν προλάβω να πάρω μια ανάσα από την τελευταία τελεία του λόγου μου, ακούστηκε για μια ακόμη φορά η παραίνεση της πωλήτριας: «είναι πολύ ωραία ιστορία κυρία », περιμένοντας με αγωνία να εκστομίσει η κοπέλα δίπλα μου, την πολυπόθητη έκφραση των πάγκων στα παζάρια: «θα το πάρω». Αντί αυτού πήρα το σοβαρό μου ύφος και με θράσος που δεν σέβεται τίποτε γύρω του, δήλωσα προς την πωλήτρια ότι ήταν κρίμα που δεν μπορεί να διαβάσει τέτοια ποιότητα πλοκής, αλλά δεν φταίει η ίδια, μια και είναι αγράμματη γιατί δεν έχει πάει σχολείο.

Ω του θαύματος! Στην συνέχεια της παγκο-συνομιλίας, διαπίστωσα πρακτικά αυτό που λέμε, ότι οι ανεπεξέργαστοι (και όχι μόνο) άνθρωποι δεν ακούν τους άλλους, αλλά μιλούν μόνο για τις ανάγκες των στόχων τους. Η ξανθή κυρία δεν είχε ακούσει καθόλου το λόγο μου, ούτε είχε εκπλαγεί στο παραμικρό από την σκληρή πληροφορία που της είχα αναφέρει. Μα, ούτε μειδίασε θεωρώντας ως ένα αστείο την έκφρασή μου για την κυρία της παρέας μου. Άντ’ αυτού, παρέμεινε σκληροπυρηνικός παρακμιακός οπαδός της ανάγκης της, επαναλαμβάνοντας τώρα προς την ίδια : «Να το πάρετε είναι καλή ιστορία έχει ψυχολογικά». Δαγκώθηκα για να μην αφήσω το γέλιο να ξεφύγει από τα χείλη μου, ενώ αντίστοιχο μορφασμό παρατήρησα να διαθέτει στο ευγενικά στραμμένο κεφάλι της κοπέλας δίπλα μου.
Μόλις είχα μάθει μια καινούργια ασθένεια εκτός από τα λεγόμενα «μητρικά» των απρόσεκτων γυναικών που εκτίθενται στο κρύο. Τώρα έμαθα πως υπάρχουν και τα «ψυχολογικά» που τα παθαίνουν οι ιστορίες που πωλούνται προς κατανάλωση στους παζαρτζήδες πελάτες.

Πήρα άλλη μια βαθιά ανάσα, μιλώντας με σοβαρό τόνο, λέγοντας ότι εγώ διαβάζω πολύ, μα όχι ακριβώς τέτοιες ρομαντικές ιστορίες, αλλά την αρχαία γραμματεία που με ενδιαφέρει. Σχεδόν αμέσως για να μη νιώσει άσχημα, συμπλήρωσα ότι και αυτά τα συγγραφικά πονήματα είναι ενδιαφέροντα και ότι καταλαβαίνω πως πραγματεύονται θέματα ανθρωπίνων σχέσεων. Μια κατάφαση στο νεύμα της συνομιλήτριας συνοδεύτηκε με την επανάληψη της λέξης «ψυχολογικά». Δεν άντεξα ο δόλιος και έδωσα ακόμη πιο μεγάλη συσχέτιση της αρχαίας γραμματείας με τον όνθο της γραφής που μου πουλούσε, λέγοντας:
- Ναι, ψυχολογικά, όπως ας πούμε έχει μέσα του ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή.

Η συνέχεια της απάντησης ήταν ταχέως πίπτων κέραμος στο κεφάλι μου:
«όχι ακριβώς έτσι …, διαφορετικά…»
Η πωλήτρια νόμιζε ότι η γραφή του εκτρώματος που πουλούσε, είχε ισάξια, αλλά ίσως διαφορετική γραφή με το έργο που της ανέφερα. Μετάνιωσα βέβαια που δεν την παραπλάνησα λέγοντας πως το έργο ανήκει στον Ευριπίδη ή στον Αισχύλο, για να απολαύσει ο απαίσιος χαρακτήρας μου την συμφωνία της άγνοιας που φαντάστηκα ότι διαθέτει.

Ανέφερα δυο τρεις ανούσιες κουβέντες αποχωρισμού από τον χώρο της και με ταχύ βήμα απομακρύνθηκα με την παρέα μου από τον προκρούστειο πάγκο, που πάνω του ασελγούσε το εγκεφαλικό απόρριγμα της πωλήτριας, νεκροανατέμνοντας το σπουδαίο επίρρημα του «συγγράφειν».

Μόλις έφυγα είχα τύψεις για την συμπεριφορά μου στην πωλήτρια. Σκέφτηκα πόσο άσχημο είναι άνθρωποι που γνωρίζουν λίγα περισσότερα πράγματα έναντι άλλων, να νομίζουν ότι είναι σπουδαίοι και να λειτουργούν την  ειρωνεία τους.  Επίσης συλλογίστηκα, ότι ο «άνθρωπος» δεν πρέπει ποτέ να απαξιώνεται και να γίνεται αντικείμενο εμπαιγμού, μια και δικαιούται να έχει άγνοια και εξελικτική πορεία στη σκέψη του.
Μου έφυγαν όμως στη στιγμή οι τύψεις, όταν έφερα στο μυαλό μου την εικόνα της ξανθής κυρίας. Ήμουν σίγουρος ότι η αίσθηση που είχε για τον εαυτό της ήταν πως ανήκε στους ξεχωριστούς!
Τώρα είμαι σίγουρος πως   οι αντιλήψεις που εμφορούνται κάποιοι άνθρωποι, για τον εαυτό τους,  και νομίζουν ότι είναι ξεχωριστοί, ψηλότερα από τους άλλους,  ποιοτικά διαφοροποιημένοι από το σύνολο των ανθρώπων που απαρτίζουν την κοινωνία, χρειάζονται λιώσιμο με τα αιχμηρότερα εργαλεία που διαθέτει ο λόγος μας.

Η έπαρση θέλει χαστούκι γιατί γεννά αρρωστημένες συμπεριφορές που οργανώνουν τον φασισμό της σκέψης και εμφανίζουν την παθογένεια της αμόρφωτης εποχής μας ως κυρίαρχη πλειονότητα, που νομίζει ότι οφείλει να ηγείται θέσεων, απόψεων και πρακτικών στην καθημερινότητα της ζωής μας.

Α!!! Ξέχασα να σας αναφέρω, χωρίς να έχουν σημασία τα ονόματα, ότι το «παζάρι» αφορούσε ένα σούπερ μάρκετ, και η μπουκλοχτενισμένη ταλαίπωρη πωλήτρια, ήταν η συγγραφέας των βιβλίων που αγωνιούσε να πουλήσει προς την «αγράμματη» παρέα μου.

Ευθύνη σε αυτή την κατάντια, έχουν και οι αναγνώστες, που νομιμοποιούν την ανύπαρκτη τέχνη που εξαντλείται σε εκφράσεις τύπου «το θεληματικό πηγούνι του…» και περιλαμβάνουν στην πλοκή τους λογοπλοκίες από σεξ, βία, αίμα και φυσικά απωθημένες εμμονές γελοίων ηρώων.

Αυτή την γραφή, δυστυχώς, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, την έχουν ονομάσει στο σύνολό τους οι αγοραστές και οι πωλητές των συγγραφικών πάγκων, «σύγχρονο μυθιστόρημα».

Τέλος μεγάλη ευθύνη έχουν και οι εκδοτικοί οίκοι, που η αξία τους εξαντλείται στην εκμετάλλευση των ανόητων, που πιστεύουν ότι είναι συγγραφείς και διαθέτουν φίλους και γνωστούς που αγοράζουν τα πνευματικά εξαμβλώματα που φτιάχνουν.

Κάποτε πρέπει να μιλάμε στα ίσια και να μη γλείφουμε τις έδρες που αφοδεύουν περιττώματα, γιατί αν δεν το ξέρουμε, οφείλουμε να το μάθουμε, πως αυτή η λειτουργία χαλά την αναπνοή που τελικά μυρίζει αναλόγως της συνήθειας που έχει η γλώσσα.

Κ.Ζ




Ποζάροντας με τρεις ηθοποιούς





Στιγμές σαν κι αυτή, χαίρομαι που βρίσκομαι παρέα με τρεις φιγούρες που μόλις ολοκλήρωσα την κατασκευή τους. Δεν ξέρω αν είμαστε τελικά τέσσερις οι φιγούρες που ποζάρουμε. Ποιος μπορεί να μας πει με σιγουριά ότι δεν έχουν ψυχή οι εικόνες της παρέας μου; Άλλωστε θα αποκτήσουν σύντομα ψυχή στο θέατρο, στην παράσταση που ετοιμάζουμε για τον καλό άνθρωπο του Σετσουάν. Θα μπορούσαν ίσως, να είναι άτομα που διαφημίζονται γύρω μας για το ιδιαίτερο προσόν που έχουν, που δεν είναι άλλο από το να «λάμπουν» ως προβεβλημένα… Προς το παρόν είναι τρεις φιγούρες. Ζωή και ρόλους θα πάρουν μέσα από τους άξιους ηθοποιούς που θα τις ζωντανέψουν και τους θεατές που θα αποδεχτούν άδολα αυτό το ταξίδι στα βάθη της ψυχής τους… Το κείμενο που είναι το τρίτο συστατικό του θεάτρου, σίγουρα είναι σπουδαίο αφού ανήκει στον Μπέρτολτ Μπρεχτ.



Εκείνος και Εκείνος






Την χρονιά που αγόραζα τον δίσκο του Διονύση Σαββόπουλου «Βρώμικο ψωμί» τρέχοντας στη συνέχεια με αγωνία να τον βάλω να γυρίζει στην πλάκα του φορητού πικάπ με τις τριάντα τρεις στροφές, στην Ελλάδα, ο Κώστας Μουρσελάς έγραφε για την τηλεόραση τα κείμενα μιας θρυλικής σειράς με τίτλο «Εκείνος και Εκείνος». Ήταν ο πέμπτος χρόνος διακυβέρνησης των συνταγματαρχών της Χούντας. Θα τολμούσα να πω για την αισθητική αντίληψη της εποχής, ότι η βία τότε είχε και μια αθώα πλευρά, λόγω της αμορφωσιάς των κυβερνώντων.
Ένεκα λοιπόν αυτής της πνευματικής υστέρησης, κάποια κείμενα όπως αυτό του Κώστα Μουρσελά, διέφευγαν της προσοχής των λογοκριτών και έτσι έφταναν σε αυτούς που μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν την αγωνία για ελευθερία από τον «γύψο» της εποχής. Με αυτό τον τρόπο λοιπόν, εισχώρησε στο κυβερνητικό τότε Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, την τότε ΕΙΡΤ, ένα απίθανο δίδυμο ηθοποιών που ανέλαβε να ερμηνεύσει σε ασπρόμαυρη οθόνη το λόγο του συγγραφέα. Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, άφησαν το ταλέντο τους να δημιουργήσει κάτι ανεπανάληπτο, που όσοι το αποκωδικοποιούσαν δεν πίστευαν στα μάτια και τα αυτιά τους…
Δυστυχώς όμως αυτές οι δημιουργίες των τηλεοπτικών επεισοδίων, δεν σώθηκαν από την λαίλαπα της ανθρώπινης βλακείας, μιας και κατά την δεκαετία του ’80 σβήστηκαν από τις μαγνητοταινίες που φυλάγονταν ως αρχείο των εκπομπών. Ο υπηρεσιακός λόγος του κανιβαλισμού, ήταν ότι χρειάζονταν ταινίες για να γράψουν ποδοσφαιρικούς αγώνες οι τότε υπάλληλοι της τηλεόρασης. Λυπάμαι, αλλά ποτέ δεν μάθαμε ένα όνομα υπευθύνου, ώστε να ξέρουμε που οφείλουμε να στέλνουμε το ανάθεμα της τύχης ενός λαού που έχει γεμίσει ηλιθίους και συνεχίζει μέχρι σήμερα να καμαρώνει.

Αφορμή των παραπάνω σκέψεων, αποτέλεσε η θεατρική παράσταση που παρακολούθησα στον Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια, στην πλατεία Αμερικής. Το ζωντάνεμα των δύο ηρώων, του Λουκά και του Σόλωνα, ανέλαβε να πραγματοποιήσει με επιτυχία ο σκηνοθέτης Νίκος Σακαλίδης.
Τους απαιτητικούς ρόλους των δύο πρωταγωνιστών, ενσαρκώνουν οι εξαίρετοι ηθοποιοί Βασίλης Βλάχος και Γιάννης Κρανάς. Δύο μικρότερους αλλά απαιτητικούς σε υποκριτική τέχνη ρόλους που ξεκουράζουν την σκέψη μας από τον βαθύ λόγο του συγγραφέα, τους υποδύθηκαν με επιτυχία κατά την παράσταση που παρακολούθησα, η Κατερίνα Σουβλή και η Δέσποινα Πόγκα. Το σκηνικό απέριττο ταιριαστό με το λόγο του έργου, μαζί με τα κοστούμια, υπογράφει η Αφροδίτη Κουτσουδάκη.

Εκείνος και Εκείνος… Ερωτήματα ζωής που σε ένα υψηλής αισθητικής πικρό χιούμορ, φέρνουν τον καθρέφτη της ψευδό-εικόνας μας σε πρώτο πλάνο.

Αυτές οι θεατρικές προτάσεις με χαροποιούν, γιατί συντηρούν το «καλό» θέατρο. Άλλωστε έχουμε ανάγκη την ψυχαγωγία αυτών των παραστάσεων, απέναντι στην κατά κόρον προσφερόμενη διασκέδαση χαμηλής ποιότητας.


Υ.Γ Στοιχεία παράστασης : http://www.athinorama.gr/theatre/performance.aspx?id=10042376 



Λευτεριά από τον φασισμό της χειραφέτησης





Ενώ διαβάζεις την πρώτη πρόταση αυτού το άρθρου, περιμένεις αναγνώστη μου να διαβλέψεις ποια σημαία αντίστασης υπάρχει από τον γράφοντα, ώστε να ταχθείς ή να εναντιωθείς ικανοποιώντας το «Εγώ» σου. Ψέματα;
Αν δεν το παραδεχθείς σίγουρα κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Σαν θελήσεις να είσαι πιο ειλικρινής σε σχέση με τον απατεωνίσκο της σκέψης που κρύβεις μέσα σου, τα πράγματα ίσως να γίνουν πολύ καλύτερα για την επιζητούμενη λευτεριά από την ομηρία της σκέψης, κάνοντας πιο συνειδητή τη ζωή σου.
Ψέματα θα σκέφτεσαι πάντα, αλλά δεν θα τα πιστεύεις ως αλήθεια!
Από τότε που προσπαθούσα να οργανώσω την πολιτική, ηθική και κοινωνική εποπτεία μου, πάνω στις νεανικές σκέψεις της φοιτητικής μου περιόδου, είχα διαπιστώσει την ύπαρξη κινημάτων που στόχευαν στην απελευθέρωση του ατόμου από τις στρεβλές δομές της συντηρητικής ιστορικά κοινωνίας.
Κάπως έτσι θυμάμαι τις κοινωνικο-πολιτικές αναλύσεις, που τις γεννούσε η εποχή της πολυδιασπασμένης αριστερής φλυαρίας, κατά την δεκαετία του ’80. Σέβομαι το παρελθόν και είμαι σίγουρος ότι όλα είχαν το λόγο τους να γίνονται μ’ αυτόν τον τρόπο, αρκεί να μη μένουμε σ’ αυτό αγιοποιώντας το, χωρίς κρίση σήμερα.

Αφορμή της σημερινής γραφής μου όμως, είναι μια είδηση που διάβασα για ένα κίνημα, που στοχεύει στον επαναπροσδιορισμό των ανθρώπινων και οικογενειακών σχέσεων, προσθέτοντας μια ταυτότητα κατά του ρατσισμού. Δεν κατανόησα την ακροστιχίδα των αρκτικόλεξων που το χαρακτηρίζουν, αλλά ίσως δεν ενδιαφέρει και πολύ ο «τίτλος» τους νεοέλληνες για να συνταχθούν με αυτόν και να εκτονώσουν το επαναστατικό τους μένος.
Συνέπεια της νέας αυτής κινηματικής δράσης, θυμήθηκα το βιβλίο που είχα αγοράσει το 1977 με τίτλο «ανοιχτός γάμος» των εκδόσεων Γλάρος των Νένα ο’ Νέϊλ και Τζώρζ ο’ Νέϊλ. Όπως σημείωνε ο εκδότης, είχε κινηματική δράση και τότε σε Αμερική και Ευρώπη το περιεχόμενο των ιδεών του συγγραφικού ζεύγους.
Θυμάμαι τις διευρύνσεις της νοητικής και συναισθηματικής μου συγκρότησης εκείνη την εποχή, σαν διάβαζα το εν λόγω βιβλίο. Θυμάμαι ακόμα πως ανέλυε την κατανόηση που οφείλει να έχει ένα άντρας όταν του περιγράφει με λεπτομέρεια τις εξωσυζυγικές εμπειρίες η γυναίκα του και βέβαια το αντίθετο όταν εκείνη γινόταν κοινωνός των ηδονών του.
Θέτω ως απορία το ερώτημα:
Μήπως όλο το καταπιεστικό σύστημα μιας φαλλοκρατικής ομοφοβικής κοινωνίας του παρελθόντος είναι φασισμός χειραφέτησης ίδιος με τις σύγχρονες κινηματικές αντιδράσεις που αντιστρατεύονται προς την αντίθετη κατεύθυνση τις παλαιές ιδέες κάνοντας αυτοσκοπό την αντίθεσή τους.;
Νέος τότε, είχα σκεφτεί ότι, η ανόητη σκέψη μιας χούντας μου τραβούσε το χέρι δεξιά, ένας άλλος παρωχημένος κόσμος νεωτεριστικής σκέψης, μου τραβούσε το άλλο με ισοδύναμη μανία προς τα αριστερά. Αποτέλεσμα ήταν να βρίσκομαι έτοιμος προς διαμελισμό και ακίνητος στην ίδια θέση.
Μην σκεφθεί κανένας, ότι διαλέγουμε με ποιους πάμε και ποιους αφήνουμε, γιατί χουντικές συμπεριφορές έχουν οι λεγόμενοι προοδευτικοί και αριστερές ευαισθησίες οι συντηρητικοί... Λυπάμαι αλλά έχω ανακαλύψει χρόνια τώρα, ότι ο κόσμος δυστυχώς δεν είναι ασπρόμαυρος, αλλά χρωματικά λερωμένος.
Κανένας λοιπόν τότε "καθοδηγητής" δεν μου έδωσε την πληροφορία, ότι υπάρχει και άλλη κίνηση εκτός από αριστερά και δεξιά. Ίσως γιατί το "καθοδηγώ" όπως και το «χειραγωγώ», δεν έχει καμιά σχέση με το «ανυψώνομαι» για να δω τον κόσμο από ψηλά. Στους θυμικούς απολογισμούς των ανθρώπων, για την χειραγώγηση φταίνε πάντα οι άλλοι, ενώ για την ανύψωσή μας οφείλουμε να έχουμε ευθύνη ατομικά. Συνήθως έχουμε έτοιμη τη φράση... "Δεν με άφησαν...".
Όπως και να το κάνουμε είναι πιο δύσκολο να ταλαιπωρούμε τον εαυτό μας.
Καλύτερα να αναθεματίζουμε τους άλλους παρά να αναλαμβάνουμε την ευθύνη.

Τελικά αν ψάξουμε στους αντιπάλους ομοφοβικούς και απελευθερωμένους, εποπτεία των σκέψεών τους  ποια κατηγορία θέσης νομίζετε ότι έχει ασχοληθεί με το ερώτημα «τι είναι ο άνθρωπος»; Στην πλειονότητα των ατόμων που αντιμάχονται με μανία τις απόψεις τους, θα διαπιστώσουμε ανυπαρξία γνώσης ακόμα και του ερωτήματος. Οι λίγες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα, που φυσικά δεν ανήκουν στις τάξεις των φανατισμένα αντιμαχόμενων απόψεων.
Να μια διαφορά της σημερινής φτώχειας από την «σκέψη» της Ελληνικής γραμματείας.

Έχω ενημερωθεί για παρελάσεις σεξιστικού τύπου από ανθρώπους που επιλέγουν να είναι ομοφυλόφιλοι, και προκαλούν με τις ενέργειές τους την χυδαία απαξίωσή τους από τους "διαφορετικούς" που νομίζουν ότι είναι τίτλος ζωής να είσαι ετερόφυλος.
Κανένας δεν ρωτά ποια είναι η σκέψη αυτών που λικνίζονται φιλήδονα και προκλητικά στις διαδηλώσεις "αντί-ρατσισμού", μα ούτε και των υπολοίπων που δηλώνουν απέχθεια στην ομοφυλοφιλία.
Αν προσέξουμε, θα παρατηρήσουμε μια ομοιότητα στις σκέψεις των εκάστοτε οπαδών, που την μια εκτονώνονται στα θέματα σεξιστικών παρελάσεων, την επομένη στα γήπεδα, κάποια άλλη φορά στις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις εντός και εκτός της χώρας τους.
Οι αντιθέσεις, αποτελούν το ίδιο νόμισμα με δυο πλευρές. Ένα ακριβό νόμισμα, στα χέρια του χρηματιστή που παίζει για δική του ευζωία με τις υπάρξεις των ανόητων.

Ο φασισμός, ως ερμηνεία συσπείρωσης ομοίων συμφερόντων, είναι αναγκαίος για να λειτουργήσει η κάθε μάχη. Ο Δικαιόπολις του Αριστοφάνη όμως σπάει τη σύμβαση αυτή ζητώντας μια ευκαιρία για ατομική ευημερία από τους τότε πολεμόχαρους της εποχής του. Τρίτη επιλογή στην οπαδοποιημένη σκέψη δεν μπορούμε να αποκτήσουμε εύκολα. Αυτή η διαφορετική επιλογή ίσως να είναι η μοναδική ευκαιρία να πετύχουμε την λευτεριά μας από το αιώνιο δίπολο των ηθών που προωθούν οι εποχές. Ψάξτε τα δίπολα της καθημερινότητας μας, καθώς και της διαδρομής της ιστορίας του ανθρώπινου γένους και θα έχετε το χάρτη της ομηρίας που δεν επιτρέπει την εξέλιξη στην αποδοχή του διαφορετικού. 
Αν περιμένουμε πως θα αποτινάξουμε τη χειραγώγηση της ζωής μας αλλάζοντας τους άλλους, δεν πρόκειται να ξυπνήσουμε ποτέ. Ο πιο δεσμευμένος με αξίες και περιορισμούς, είναι ο ουσιαστικά αναρχικός Νους, γιατί δεν χρειάζεται να του επιβάλλουν τους όρους σεβασμού που λειτουργεί απέναντι στο υπέροχο ταξίδι που λέγεται Ζωή! Πρακτικά όμως οι άνοες, είναι χρήσιμοι σε κοινωνίες που αρέσκονται στις προμετωπίδες με αριστερή, δεξιά, ομοφυλόφιλη ή αντρουά σκέψη… 

Έτσι δεν είναι;


Σημείωση:
Η φωτογραφία είναι δανεισμένη από το χώρο:
http://variety.com/2015/film/news/game-of-thrones-to-hit-imax-screens-1201393367/



Θεόδωρος Έξαρχος "Το οδοιπορικό ενός ηθοποιού"


21 Φεβρουαρίου 2015



Μου αρέσει να διαβάζω σκέψεις ανθρώπων που υπηρέτησαν το θέατρο, ψάχνοντας με αυτόν τον τρόπο, τις αντιστοιχίες και τις αποκλίσεις τους με το παρόν μας, ιχνηλατώντας το ήθος των εποχών. Κάπως έτσι φυλλομέτρησα διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του αείμνηστου ηθοποιού Θεόδωρου Έξαρχου, που είχε εκδώσει το έτος 1998. Οι σελίδες έκρυβαν μέσα στα γραμματικά σύμβολά τους, ένα λόγο ευθύ αλλά και ευγενικό συνάμα, που αγωνιούσε να «πει» χωρίς να προκαλέσει τις αλήθειες που βίωσε από την πολύχρονη πορεία του ο συγγραφέας στο χώρο του θεάματος. Από τη ζωή έφυγε στις αρχές Μαίου του 2009, έχοντας διανύσει μετά την έκδοση του βιβλίου του μια δύσκολη δεκαετία που οφείλονταν κυρίως στο οδικό ατύχημα που υπέστη ο γιος του Δημήτρης, ταλαντούχος υπηρέτης του Θεάτρου από την θέση του σκηνοθέτη. Η δύσκολη αναπηρία του παιδιού του, άφησε την στοχαστική μελαγχολία της τραγωδίας στα μάτια του. Από το καλοκαίρι του 2012 έκλεισε αυτός το κύκλος πόνου, με την αναχώρηση του άτυχου Δημήτρη από την κατάσταση που κατ’ έθιμον ονομάζουμε ζωή. Η μνήμη είναι πάντα λυτρωτική και κάπως έτσι αφήνω μικρά στίγματά της σε αυτό τον ηλεκτρονικό χώρο.
Διάλεξα λοιπόν να αναρτήσω ένα μικρό κεφάλαιο δύο σελίδων από το βιβλίο του Θεόδωρου Έξαρχου, που τιτλοφορείται «Το οδοιπορικό ενός ηθοποιού» των εκδόσεων Δωδώνη.
Η επικεφαλίδα του κεφαλαίου έχει τον τίτλο: Ένας αισιόδοξος επίλογος.
Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας:

Κι όμως στην Ελλάδα υπάρχει ένα γόνιμο έμψυχο υλικό στο χώρο της Τέχνης. Αυτή είναι η αισιόδοξη πεποίθησή μου. Ποια κατάρα μας δέρνει κι αυτό το υλικό δεν μπορεί να συγκροτηθεί για να προωθήσει ένα ανώτερο πολιτιστικό επίπεδο; Πρώτα – πρώτα ευθύνονται οι θεσμικές δομές, η αδράνεια και η ολιγωρία της Πολιτείας, η έλλειψη φαντασίας και βούλησης των εκάστοτε αρμοδίων. Κι ακόμα ευθυνόμαστε εμείς οι ίδιοι. Σκορπισμένοι και διασπασμένοι σε χίλια κομμάτια, αρκούμαστε στις σποραδικές ατομικές επιτεύξεις και δεν εντάσσουμε εύκολα τον εαυτό μας σ’ ένα κοινό όραμα κι έναν κοινό αγώνα μιας πολιτιστικής ανόρθωσης της χώρας μας. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες.
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη κακοδαιμονία. Γεμάτοι οίηση, νοσηρή καχυποψία και ενδόμυχα συμπλέγματα κατωτερότητας, είμαστε έτοιμοι κάθε στιγμή να υποβαθμίσουμε με την μεγαλύτερη ευκολία αυτό το έμψυχο υλικό που διαθέτουμε. Για να επιβεβαιώσουμε τη δική μας αξία και τη δική μας προσωπικότητα αρνιόμαστε κακόβουλα και ύπουλα την αξία των άλλων, αντλώντας από αυτή την άρνηση δύναμη υπαρξιακή. Έτσι όμως δημιουργούμε μια γενικότερη εικόνα καλλιτεχνικής αποξήρανσης, όπου δήθεν τα μόνα βλαστερά φυτά είναι κάποιοι ολίγοι και βέβαια ανάμεσα σ’ αυτούς απαραίτητα κι εμείς. Τι αφελής, αλήθεια, δικαίωση του εαυτού μας και τι ζημιά για τη συνολική συνειδητοποίηση και αξιοποίηση του καλλιτεχνικού δυναμικού της χώρας μας.
Τα συναισθήματα αυτά μα οδηγούν και σ’ έναν επαρχιωτικό θαυμασμό για ό,τι προέρχεται από το εξωτερικό. Υπέρμετρα αυστηροί για τους δικούς μας ανθρώπους, παραδεχόμαστε δουλικά χωρίς καμμία αμφισβήτηση οποιονδήποτε ξένο ηθοποιό ή σκηνοθέτη. Όταν είπα κάποτε ότι ο Κατράκης ήταν καλύτερος στον «Χορό του θανάτου» του Στρίντμπερκγκ από τον Λώρενς Ολιβιέ (έτυχε να τον δω), οι συνάδελφοι το δέχτηκαν με ειρωνικά χαμόγελα ή με εκρήξεις αποδοκιμασίας. Κι όμως, σας βεβαιώ τελείως αντικειμενικά, ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Διευκρινίζω μάλιστα ότι ο Ολιβιέ υπήρξε και παραμένει για μένα ένα είδωλο τεράστιας ακτινοβολίας. Αυτό όμως δεν με εμποδίζει και να το συγκρίνω ή να το αμφισβητώ κάποιες φορές.
Αξίζει νομίζω να μεταφέρω εδώ κάποιες σκέψεις από ένα πρόσφατο σημείωμα της Μαρίας Κατσουνάκη στην «Καθημερινή» , με αφορμή την «εκ νέου ανάφλεξη του συμπλέγματος κατωτερότητας», όπως γράφει, με την ευκαιρία της παράστασης της «Λυσιστράτης» του Πήτερ Χόλ στην Αθήνα: «Εύκολα και ανώδυνα παραχωρούμε το προβάδισμα στους άλλους όταν πρόκειται να υποβαθμίσουμε, με αυτό τον τρόπο, την εγχώρια πολιτιστική παραγωγή. Είναι ένας επιτυχής συνδυασμός αυτοτιμωρίας και απενοχοποίησης. Κατακρίνουμε, κατά κανόνα, το καλλιτεχνικό έργο που προκύπτει από τα ελληνικά χέρια, αποδοκιμάζουμε αβασάνιστα ό,τι η δική μας σκέψη και πράξη δημιουργεί».
Ποια κατάρα λοιπόν μας δέρνει. Ποιες ανασφάλειες, ποιες κακοπιστίες ποιες ανομολόγητες εχθρότητες, ποιες διανοουμενίστικες μεμψιμοιρίες, ποιοι βλακώδεις εγωισμοί, μας εμποδίζουν να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της αξίας του τεράστιου έμψυχου καλλιτεχνικού υλικού που διαθέτουμε; Θα το αντιληφθούν τουλάχιστον , κάποια φωτεινή στιγμή, οι εκάστοτε «αρμόδιοι» για να το οδηγήσουν, ενωμένο και ανανεωμένο, απαλλαγμένο από τα σαθρά στοιχεία, σε μια Πολιτιστική Ανάταση και στη δημιουργία μιας ευρύτερης Κουλτούρας; Γιατί το έμψυχο δυναμικό μας, πιστεύω ακράδαντα πως είναι η μόνη μας ελπίδα, η μόνη αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον!
Και για να μην παρεξηγηθώ, θέλω να διευκρινίσω ότι όλ’ αυτά που είπα δε σημαίνουν ότι πρέπει να δεχόμαστε αβασάνιστα τους πάντες και τα πάντα. Φτάνει η κρίση μας να είναι καλοπροαίρετη και αντικειμενική, με πνευματική διαύγεια και καθαρή ψυχή.


Και για να κλείσω αυτό το μικρό αφιέρωμα στην σκέψη του αείμνηστου Θεόδωρου Έξαρχου, θα ήθελα να σημειώσω ότι το ζήτημα δεν λύεται με όσες ευχές κι αν κάνουμε. Η αντίστοιχη παθογένεια βρίσκεται σε κάθε δημιουργικό χώρο, ακόμα και στους βάλτους των νωχελικών δημόσιων υπηρεσιών με άτομα που διεκπεραιώνουν ράθυμα τη γραφειοκρατία στα ωράρια εργασίας τους. Είναι θέμα Παιδείας το ξεπέρασμα αυτής της παθογένειας. Αυτή την Παιδεία δεν μπορεί κανένας να μας την προσφέρει, αν δεν βάλουμε ατομικά ερωτήματα στον εαυτό μας για να εξελιχθούμε.
Ειδικά για το θέατρο, καλό είναι να αποφεύγουν οι υπηρέτες του να επαίρονται τραγουδώντας το γνωστό «Ηθοποιός σημαίνει Φως», που με υπέροχο τρόπο ερμήνευσε ο Δημήτρης Χορν. Το «γιατί», μπορείτε να το καταλάβετε καλύτερα αν διαβάσετε το βιβλίο, που περιγράφει την παθογένεια της θεατρικής εκπαίδευσης του παρελθόντος, που δυστυχώς ακολουθεί η δυσωδία της μέχρι το "σήμερα" τα όνειρα των παιδιών που εμπνέονται από τα τηλεοπτικά, κίβδηλα πρόσωπα της πολιτικής ύπνωσης που προσφέρει η βιομηχανία του θεάματος.

Κ.Ζ



Χρόνια Πολλά


Με αφορμή τον καλό άνθρωπο του Σετσουάν



Ανάρτηση άρθρου 1 Ιαν 2015



Αυτές τις μέρες, επεξεργάστηκα στον υπολογιστή τις ηχογραφήσεις της μικρής μου κόρης, που με επαγγελματικό ζήλο δέχθηκε να με βοηθήσει εκφωνώντας τις εισαγωγές των σκηνών στο έργο του Μπρεχτ «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν».
Το άκουσμα των οδηγιών, που της είχα δώσει, καθώς και το δεύτερο επίπεδο που κρύβει η αξιοποίηση μιας παιδικής φωνής, μου έφεραν την διάθεση να γράψω μερικές σκέψεις μου για αυτό το έργο και να τις μοιραστώ με τους αναγνώστες.
Στο ερώτημα αν σκηνοθετώ την παράσταση αυτή, δεν είμαι σίγουρος πως το ρήμα «σκηνοθετώ» αντιπροσωπεύει την «ματιά» που έχω για τον ορισμό τούτης της θεατρικής λειτουργίας. Στο δικό μου μυαλό η σκηνοθεσία, δεν έχει χαρακτηριστικά προσωποπαγούς ιδιότητας, που χρησιμοποιείται συνήθως ως ταυτότητα προσώπων.  Περισσότερο δόκιμος όρος, αντί της σκηνοθεσίας, νομίζω πως είναι η «διδαχή». Διδάσκουμε λοιπόν, όταν έχουμε «κάτι» να πούμε και ποτέ ως παγιωμένη ιδιότητα αναμάσησης πληροφοριών που γυρίζουν γύρω μας.
Ίσως σε μια επέκταση της σκέψης μου, τα σχολειά να έχουν κατά κανόνα «εκπαιδευτές» και σε κάποιες λαμπρές περιπτώσεις να ξεπηδούν ανάμεσά τους οι εξαίρετοι Δάσκαλοι.  Η διδαχή, είναι μια περίπλοκη διαδικασία αμφίδρομης εξέλιξης μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτή και σαφώς διαθέτει μυσταγωγία ερωτική. Θα έλεγα χαριτολογώντας, ότι σαν γίνει επάγγελμα και παγιωμένη λειτουργία η ερωτική προσέγγιση στη ζωή μας, τότε φοβούμαι ότι οδηγούνται σε άλλες ονομασίες αυτές οι δράσεις της ζωής μας…
Για όσους δεν γνωρίζουν την υπόθεση αυτού του σπουδαίου έργου του Γερμανού Στοχαστή, που τον απασχόλησε η γραφή του δυο χρόνια μέχρι το 1940, θα γράψω λίγα λόγια που περιγράφουν την μυθοπλασία του συγγραφέα.
Όπως λοιπόν οι μεγάλοι Έλληνες τραγικοί Ποιητές, που μετέφεραν σε θεατρικό λόγο στο θέατρο του Διονύσου της Αθήνας γεγονότα από τους μύθους οικογενειών των Μυκηνών ή της Θήβας, έτσι και ο Μπρεχτ μας ταξιδεύει σε ένα φανταστικό περιβάλλον μιας Κινεζικής επαρχίας που ονομάζεται Σετσουάν.
Ο μύθος θέλει να βρίσκονται τρεις θεοί πεζοπόροι σε αυτή την μακρινή χώρα, με στόχο ταξιδιού να βρουν καλούς ανθρώπους που τηρούν το «γράμμα» των εντολών που έχουν δώσει εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Όμως δεν βρίσκουν κανένα στις περιπλανήσεις τους στις επαρχίες, ώσπου φτάνουν στο φτωχικό Σετσουάν.  Εκεί μια πόρνη θα τους δεχτεί στο κατάλυμά της για να κοιμηθούν μια και είναι κατάκοποι. Θεωρούν μπροστά στην έλλειψη φιλοξενίας των υπολοίπων μεγάλη καλοσύνη την πράξη αυτή και σε αντάλλαγμα της προσφέρουν χρήματα για να φτιάξει τη ζωή της.
Το μικρό καπνοπωλείο που αγοράζει από μια πρώην νοικάρισσα, αντί για καλύτερη ζωή της εμφανίζει ένα σωρό προβλήματα από την ασφυκτική «καλή πρόθεση» που έχουν οι γύρω άνθρωποι, προσπαθώντας να βολέψουν τον εαυτό τους και τις ανάγκες τους, εκμεταλλευόμενοι τα λίγα υπάρχοντα της τυχερής νέας επαγγελματία.
Όλοι οι χαρακτήρες που συναντούμε γύρω μας, αλλά και μέσα στη σκέψη μας, παρελαύνουν από την ζωή της Σεντέ, με αποκορύφωμα τις αλλεπάλληλες προδοσίες που υφίσταται από τον αεροπόρο που αγάπησε στη ζωή της.  Ένας κόσμος πιεστικός που διεκδικεί την ικανοποίηση της ατομικής του ανάγκης, γίνεται βρόγχος στην ηρωίδα που διάλεξε να υπηρετήσει το καλό όπως της είπαν οι Θεοί.
Σε αντιστάθμισμα της αδυναμίας της, μέσα από λεκτικό χαριτολόγημα υπόδειξης συμπεριφοράς, της  προσφέρουν μια ιδέα οι φορτικοί επισκέπτες της. 
Της προτείνουν να αποφεύγει να είναι καλή, λέγοντας πως δεν είναι δικό της το μαγαζί, αλλά ενός άλλου συγγενή. Εφευρίσκει λοιπόν και μεταμορφώνεται σε ένα υποθετικό ξάδερφο, που με την ψυχρή υπεράσπιση των συμφερόντων του,  κατορθώνει και απομακρύνει κάθε επαίτη, αλλά ακόμη  περισσότερο να μεγαλουργήσει αργότερα και επαγγελματικά. Αποκτά λοιπόν ένα καπνεργοστάσιο, εκμεταλλευόμενος τους πόθους ενός πλουσίου επιχειρηματία για την ξαδέρφη του.
Η εγκυμοσύνη όμως από την ατυχή συνεύρεσή της με τον αεροπόρο, είναι ένα επιπρόσθετο πρόβλημα στις δράσεις της ως μεταμορφωμένος ξάδερφος.
Τέλος μέσα από την εξέλιξη του μύθου, η υπόνοια του κόσμου ότι ο κραταιός ξάδερφος έχει κάνει κάποιο κακό στην Σεντέ, που όλοι την συμπαθούν γιατί τους φροντίζει με την καλοσύνη της, τον οδηγεί στο δικαστήριο προς διαλεύκανση του μυστηρίου.
Ο Μπρέχτ βάζοντας μια υπέροχη ομολογία στα χείλη του διπλού ανδρόγυνου ήρωά του, κατορθώνει να θέσει φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με την ουσία της ζωής και τις περίεργες και κατά κόρον χρησιμοποιούμενες  αντιθετικές έννοιες του καλού και του κακού.
Είναι λοιπόν ένα παραμύθι, που ο καθένας μας μπορεί να το «διαβάσει» με τα μάτια των ερμηνειών που επιλέγει για τον κόσμο, την ζωή του και τις θεωρίες που εξυπηρετεί η σκέψη του. 
Για κάποιους η ουσία του έργου θα μπορούσε να είναι η πάλη του καλού και του κακού.  Ακόμη κάποιοι άλλοι θα έβλεπαν πως η ιστορία  περιγράφει την αδυναμία μας να φτιάξουμε ένα κόσμο ειρήνης και συνεργασίας και αλληλεγγύης, μέσα από τις θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις.
Τελικά θα μπορούσε να είναι η ουσία αυτού του μύθου, η κάθε θεωρία και σκέψη που κατοικεί φιλοσοφικά και πολιτικά στη σκέψη μας. Άλλωστε αυτό μας ζητά στο τέλος ο συγγραφέας, αποφεύγοντας να δώσει λύση στο μύθο και την προσωπική του ερμηνεία για τον κόσμο που θα ήθελε να υπάρχει.
Κράτησα λοιπόν την αίσθηση ευθύνης που προτείνει ο συγγραφέας  στην οπτική ερμηνείας του έργου, «βλέποντας» εμάς -την κοινωνία-  σαν «παιδιά». Δηλαδή θεατές που αξίζει να ερμηνεύσουμε το μύθο του και τον εαυτό μας, βλέποντας ότι μέσα από την καλή πρόθεση της ατομικής μας ιδιωτείας, παράγουμε πόνο και δυστυχία γύρω μας. 
Όταν σήκωσα το κείμενο στα χέρια μου για άλλη μια φορά, μετά από πολλαπλές αναγνώσεις, πριν ξεκινήσω το ταξίδι της ερωτικής όσμωσης με τους ηθοποιούς, έγραψα ένα υπότιτλο που συμπυκνώνει όλα όσα κρίνω ότι μου διδάσκει η γραφή του Μπρέχτ.
Έγραψα λοιπόν,  την φράση : Η ιστορία της ανθρώπινης Ανάγκης.
Εμείς οι ενήλικες, είμαστε παιδιά που έχουν ρυτίδες, βαμμένα μαλλιά, ταξιδεύουμε, ερωτευόμαστε, μισούμε και κάνουμε με απίθανη προβλεψιμότητα όλα όσα θεωρούμε νόρμες συμπεριφοράς της εποχής μας. Στην ουσία οι άνθρωποι έχουμε εκπαιδευτεί να φαινόμαστε ως μεγάλοι, αλλά στερούμαστε φιλοσοφικής παιδείας που οδηγεί το παιδί σε ενήλικα. Λειτουργούμε σαν πεισματάρικα παιδιά με λογικές και ιδεολογήματα που αλλάζουν μέσα στο λεπτό, ανάλογα το βαθμό ικανοποίησης των ατομικών συμφερόντων μας. Έτσι το «ου φονεύσεις» γίνεται συμμετοχή σε Σταυροφορίες βίας, ή αντίστοιχα το «αγάπα τον πλησίον σου», γίνεται λυσσαλέα επίθεση στον αντίπαλο που δεν μας απειλεί με άμεσο τρόπο, αλλά η εικόνα του ερμηνεύεται μέσα από ιδεολογικές αντιθέσεις.   Ο άνθρωπος που λειτουργούσε γραφειοκρατικά στο Άουσβιτς, άκουγε στο σπίτι του κλασσική μουσική, ένιωθε σίγουρα αγάπη για τα παιδιά του, και γιατί όχι, να έδινε τρυφερά χάδια στο κατοικίδιό του. Την ίδια ώρα όμως θεωρούσε «δουλειά» την εξυπηρέτηση της πρακτικής θανάτου ανθρώπων στα κρεματόρια.
Μη νομίζεις αναγνώστη μου ότι έχει διαφορά εκείνη η εποχή από την σημερινή. Ο εφοριακός υπάλληλος, ο τραπεζιτικός, ο ιδιωτικός και κάθε άλλος που στο όνομα της επιβίωσής του δέχεται να σκοτώνονται άνθρωποι από την νόρμα της πρακτικής της εργασίας του, δεν είναι λιγότερο απενοχοποιημένος από τον Γερμανό γραφειοκράτη της εποχής του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.
Παιδιά χωρίς ψυχή είναι οι εκπαιδευμένοι άνθρωποι από τα συστήματα, έστω κι΄ αν χρησιμοποιούν λόγο ενηλίκων.
Αυτά τα κοπάδια παιδιών με μορφή ενήλικα, δημιουργούν τους παγκόσμιους πολέμους, τις κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις, το αίμα και την βία στον Πλανήτη. Αυτές οι λογικές φτιάχνουν εξουσιαστές πάνω σε ανθρώπους, αλλά θεούς και θρησκείες, που περιλαμβάνουν στις οδηγίες πίστης τους ανεφάρμοστες εντολές. 
Ίσως το έργο να μιλά μέσα απ’ τον μύθο αυτό, για την απόσταση που έχει η γνώση των λεγόμενων προσωκρατικών φιλοσόφων, σε σχέση με την ερμηνεία του κόσμου που επέλεξε να δώσει φιλοσοφικά η Ρώμη, ο Μεσαίωνας, ο Καπιταλισμός σε όλες τις εκφάνσεις του, μέχρι το δικό μας σήμερα της προσωπικής και πολιτικής μας καθημερινότητας, στο οποίο ως ταξιδιώτες του, νιώθουμε την πτωτική ηθική πορεία ενός παράλογου πολιτισμού.
Αλλάζει ο κόσμος…
Το διαβάζω την σύγχρονη φυσική και τις εξελίξεις που δεν τολμά η κοινωνία να τις κατανοήσει στην καθημερινότητά της.  Ίσως αυτό ψυχανεμίστηκε και ο Μπρεχτ τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1940, αφήνοντας τις σκέψεις του παρακαταθήκη στους ανθρώπους του μέλλοντος.
Αλλάζει ο κόσμος και οφείλουμε να αλλάξουμε τις ερμηνείες για ότι θεωρούμε υλικό και ότι νιώθουμε Ανάγκη.   Ένας χαμένος κόσμος της Δωρικής σκέψης, μας περιμένει ως μονόδρομος, απέναντι στο αίμα που αναπαράγουν οι «καλές προθέσεις» των συμφερόντων μας.
Περιμένουν τα νοήματα να αλλάξουν περιεχόμενο…
Όταν το «συμφέρον» αρχίσει να ερμηνεύεται ως κουβάλημα λύσης εκ του σύνεγγυς, ίσως τότε να μπορούμε να χωρούμε ο ένας στη θέση του άλλου που ζητά ικανοποίηση των αναγκών του. Μιλώ για την ουσιαστική σχέση της «συγχώρεσης» που ως νόημα έχει τόσο παρερμηνευθεί από θρησκείες και υπεροπτικούς εξουσιαστές.
Ας ονομάσουμε Τέχνη τελικά ότι μας φέρνει στα όρια της αδυναμίας μας για να δούμε πέρα από τις γνώριμες τεχνικές των βεβαιωμένων δυνατοτήτων μας.
Ας δούμε λοιπόν και το έργο αυτό πέρα από τις λογικές των αντιπαλοτήτων που γεννούν τα συστήματα. Ας ερευνήσουμε την αιτία που παράγει και νομιμοποιεί την αδυναμία μας να υπάρξουμε οι άνθρωποι μέσα από σύνθεση, ξεχνώντας το υποκριτικό καλό και κακό που εξυπηρετεί την χαμηλή κοινωνικά ή την γεμάτη με γνώσεις ιδιωτεία μας.

Προμηθέας Δεσμώτης



Το τέλος του 2013 και η αρχή του επόμενου χρόνου, υπήρξε για μένα ένα σημαντικό διάστημα πέντε και πλέον μηνών, που βρέθηκα να ταξιδεύω μέσα στον αρχαίο λόγο του Αισχύλου. Τα ενδιαφέροντά μου για την σύγχρονη επιστήμη καθώς και η αγάπη μου προς την αρχαία γραμματεία, βρήκαν έκφραση μέσα από αυτό το σπουδαίο κείμενο.
Διάφοροι προσωπικοί λόγοι, που στάθηκαν εμπόδιο να συμμετάσχω σε μια παράσταση ενσαρκώνοντας τον ρόλο του Προμηθέα, μου προσέφεραν ως αντιστάθμισμα την διαδρομή ενός ταξιδιού μέσα σ' αυτό το έργο, και κατά συνέπεια ένα συναρπαστικό ταξίδεμα κοντά στην ψυχή μου.
Έχω στον νου μου κάποια στιγμή να οδηγηθεί η μετάφραση σε παράσταση, αλλά έχω μάθει ότι για όλα όσα συμβαίνουν, οφείλουμε να εμπιστευόμαστε τις συγχρονικότητες που μας αποκαλύπτονται ως ώριμη στιγμή για να έχει ουσία η προσφορά κάθε συν-δημιουργίας. 
Παραθέτω το πλαίσιο προσέγγισης του έργου, που προλογίζει το βιβλίο του ταξιδιού μου, στον κόσμο του μεγάλου μας τραγικού Ποιητή.





ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΚΕΨΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Λέγεται πως όλα έχουν ειπωθεί από τον πολιτισμό της περιόδου που άνθισε κατά τους κλασσικούς χρόνους στην Μεσόγειο, με σκεπτόμενους μέσα από την Ελληνική γλώσσα. Πράγματι είναι αξιοθαύμαστη η εμβάθυνση της σκέψης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού στην ουσία των παρατηρήσεων όλων των επιστημών, για την χαρακτηριστική της άνεση να επικεντρώνεται στην γενεσιουργό αιτία του κάθε επιφαινόμενου. Θα λέγαμε ότι με τον σπερματικό του λόγο, αυτός ο πολιτισμός, άγγιξε την ουσία της ίδιας της ζωής. Αντίστοιχος λόγος εκφράζεται και από τον Αισχύλο, στο θεατρικό του έργο «Προμηθέας Δεσμώτης».
Η προσωπική μου σχέση με την αρχαία γραμματεία, εκτός από το φιλοσοφικό ενδιαφέρον μου για αυτήν, εστιάζεται και στον ποιητικό λόγο, μέσα από την θεατρική ερμηνεία αρχαίων κειμένων, που τα τελευταία χρόνια λειτουργώ. Πάντα επισκεπτόμουν τα πρωτότυπα κείμενα για να αντλήσω πληροφορίες σχετικά με την αίσθηση του αρχαίου λόγου, πέρα από την μεταφραστική εκδοχή που θα ερμήνευα. Τώρα όμως, σε αυτό το κείμενο του Αισχύλου, αισθάνθηκα ώριμη την στιγμή να εκθέσω την προσέγγιση μου, στον πρωτογενή λόγο του ποιητή. Από παλιά θεωρούσα ότι το έργο «Προμηθέας Δεσμώτης» ξεχώριζε στην αρχαία γραμματεία, για δύο λόγους. Αφενός για τη δομή τοu, μιας και η Κάθαρση της Ύβρης που παράγεται μέσα από δράσεις των ηρώων απουσιάζει. Αφετέρου για την αντιπαλότητα, η οποία φεύγει από την χθόνια ζωή και μεταφέρεται με μια συμπεριφορική αντιστοιχία των θνητών, στην θεϊκή. Οι Θεοί στους διαλόγους τους, με απλό λόγο, ανταλλάσσουν υψηλά νοήματα για ζητήματα που αφορούν στις ανθρωπόμορφες φύσεις τους, καθώς και πληροφορίες Κοσμογονίας -έννοιες, που ίσως συγκαλυμμένα θέλησε να βάλει ο Αισχύλος στα χείλη της θεατρικής υπόκρισης για όσα ο ίδιος πίστευε ή και γνώριζε από την μύησή του στα Ελευσίνια Μυστήρια. Ένα σημείο δυσνόητο, από αυτά που μας αφήνει ως ίχνη πληροφοριών ο Αισχύλος, είναι και οι τρεις στίχοι που βρίσκονται στην συνέχεια της 1051 αρίθμησης, όπου ο Προμηθέας αναφέρει για τον εαυτό του πως έστω κι αν ο Ζεύς ρίξει το σώμα του “στης υλικής του ανάγκης την δύνη” στον Τάρταρο, εκείνος δεν πεθαίνει. Εδώ θα πρέπει, αν δεν θέλουμε να προσπεράσουμε χωρίς παρατήρηση την σκέψη αυτή, να την πλησιάσουμε με το φιλοσοφικό ιδεολόγημα του Παρμενίδη σχετικά με το ατρεμές ακίνητο, δηλαδή την ουσία της ζωής, που έτσι και αλλιώς αναζητεί η επιστήμη ως γενεσιουργό αιτία (;) των πάντων, και η οποία στην έκφανσή της σε ζωή που αντιλαμβανόμαστε, περιλαμβάνει την Ανάγκη ως Νόμο στην αλληλεπίδραση των πάντων γύρω μας.
Ενσκήπτοντας στο αρχαίο κείμενο και αναζητώντας την σύγχρονη προβολή των λόγων του Αισχύλου στην σημερινή σκέψη, πέρασα από αντιφατικά συναισθήματα, σε σχέση με την ελληνική γλώσσα. Αρχικά λυπήθηκα με την λεξιπενία της σημερινής σκέψης μας, που χρειάζεται λεκτικές περιφράσεις για να αποδώσει μία και μόνο αρχαία λέξη. Από την άλλη, αναθάρρεψα και χάρηκα με την ευπλαστότητα της ελληνικής γλώσσας, που όντας ζωντανή σήμερα, επιτρέπει λογοπλασίες που καλύπτουν το εννοιακό λεξικό κενό της εκπαιδευμένης γλωσσικής μας συνήθειας. Η αρχική αίσθηση για την έλλειψη λέξεων που θα αποδώσουν τα αρχαία νοήματα στην νεολληνική, τελικά ήταν φαινομενική, μιας και η ελληνική γλώσσα είναι ζωντανή και επαφίεται σε εμάς η επιλογή να καταναλώνουμε μέσω αυτής την άγνοιά μας, ή να δημιουργούμε εφαλτήρια παιδείας μέσω αυτής. Αυτή η διαπίστωση με έκανε να ακυρώσω την πρώτη περιφραστική και ποιητικά αυθαίρετη απόπειρα μεταφοράς του αρχαίου κειμένου στον σημερινό λόγο, και να ξεκινήσω ένα δεύτερο ταξίδι στο εννοιακό βάθος των λέξεων, για να υπηρετήσω με δωρική ισοστίχιση τον ποιητικό λόγο.
Μέσα από την ισοστιχισμένη πλέον απόδοση, και καθώς μαγεύτηκα από την ακριβολογία συναισθημάτων και θέσεων σκέψης που υπήρχαν στο αρχαίο κείμενο, στους διαλόγους που διαμείβονταν μεταξύ των ηρώων, διαπίστωσα ότι το φιλοσοφικό περιεχόμενο του λόγου δεν έχανε στο ελάχιστο τα στοιχεία της λαϊκής του τέχνης. Έτσι θέλησα να επικεντρωθώ, πέρα από την προφανή σαφήνεια για την παρακολούθηση των τεκταινομένων, στα νοήματα που ιχνηλατούσα κατά την μετάφραση, χωρίς να προσθέτω δικές μου αυθαίρετες εκδοχές για αυτά.
Όταν διαβάζουμε μία απόδοση ενός αρχαίου έργου σε άλλο γλωσσικό τοπίο, πίσω από τα πρωτότυπα μεταφραστικά λόγια, βρίσκεται το πρόσωπο του μεταφραστή, που λειτουργώντας ως καθρέπτης, αναπαράγει στα γραφόμενά του, τόσο την προσωπική του θεώρηση, όσο και την κοινά αντιληπτή εικόνα, για το αρχικό κείμενο. Σε αυτήν την μεταφραστική μου προσέγγιση, θέλησα να υπάρξω όσο το δυνατόν αθέατος, επιδιώκοντας την ουσιαστικότερη μεταφορά του αρχικού λόγου του Ποιητή, μιας και η καλλιέπεια των εκφράσεων που θα έδιναν αίγλη στην γραφή μου, έκρινα ότι θα ήταν καταχρηστική προς την δωρικότητα του Αισχύλειου φιλοσοφικού λόγου. Μα τούτα, θα τα διαπιστώσει ο αναγνώστης κατά την μελέτη του έργου.
Ένα ακόμα θέμα που σχετίζεται με την συνεπή μεταφραστική απόδοση, αφορά στο περιεχόμενο του αρχαίου κειμένου. Άραγε τολμάμε να διαβάσουμε τις αρχαίες λέξεις έτσι όπως τα λεξικά τις αποδίδουν; Θεωρούμε πρέπον να αποδώσουμε το μέγεθος της ανταλλαγής ειρωνείας ή ύβρεων μεταξύ των ηρώων, έτσι όπως τις διαβάζουμε στο πρωτότυπο; Μεταφέρουμε αυτό που είναι ή αυτό που θέλαμε να είναι; Οι απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα, σε ότι αφορά στο συγκεκριμένο έργο, ίσως να σχετίζονται με την ερμηνεία της σχέση μας με το θείο. Η τωρινή απορία μας, στο «πώς» μπορούσαν να μιλούν με αυτόν τον τρόπο για θεούς, για τα σημερινά δεδομένα που ο Θεός δεν είναι στο ύψος του ανθρώπου, κρίνεται βλάσφημος. Για τα δεδομένα όμως της αρχαίας Ελλάδας, που τα αγάλματα των θεών ήταν στο ύψος των ανθρώπων, αυτό που σήμερα φαίνεται αιρετικό, τότε ήταν δυνατόν να εκφραστεί δημόσια. Πράγματι είναι αξιοθαύμαστο ότι η ποιητική σκέψη, δίπλα στα ιερά των Θεών, μπορούσε να αμφισβητεί τους ίδιους τους Θεούς. Στο συγκεκριμένο κείμενο του Αισχύλου, τα λόγια του Προμηθέα εκφράζουν συχνά έντονες κατακρίσεις για την ορθοβουλία του Δία, φτάνοντας στην στιχομυθία του με τον Ερμή, [στίχος 982-983], να αναφέρει την σχέση του με τον Δία σαν μπλέξιμο με κοπριές. Μα η αμεσότητα του Αισχύλειου λόγου δεν είναι μόνο φραστική, είναι και εννοιακή. Στους διαλόγους των θεών, σύνθετες φιλοσοφικές, κοσμολογικές και εξελικτικές έννοιες, δίδονται άμεσα και γίνονται κατανοητές σε κάθε επισκέπτη της τότε Αγοράς, αποτελώντας αρχικά ερεθίσματα για αντίστοιχες σκέψεις. 
Μία ακόμα συναισθηματική αμεσότητα του αρχαίου λόγου, διαπίστωσα στα διαφοροποιημένα επιφωνήματα της Ιούς, όταν αυτή ταλαιπωρείται από τον οίστρο, το μυγοκέφαλο βογγούρι. Για να κατανοήσουμε την αφθονία των επιφωνημάτων, ιδιαίτερα για την ερμηνεία του ρόλου της Ιούς, χρειαζόμαστε πληροφορίες που αφορούν στην έκφραση της ζωικής απόγνωσης, καθώς το συγκεκριμένο έντομο κατά το τσίμπημά του αφήνει τα αυγά του στο αίμα του ζώου, που ταξιδεύουν όταν επωάζονται μέσα σε αυτό, για να γίνουν προνύμφες κάπου στη ράχη του ζώου, σκίζοντας τις σάρκες του με φρικτούς πόνους. Ως εκ τούτου, για τα διαφοροποιημένα επιφωνήματα της Ιούς, κατά την μεταφορά τους στην νεοελληνική γλώσσα, ίσως δεν είναι αρκετή η ισότονη αντιστοίχιση με το γενικόμορφο «αλίμονο», για να δώσει τις διαστάσεις των επιφωνημάτων του αρχαίου λόγου.
Στην απόδοση του αρχαίου κειμένου που επεχείρησα, τέτοιες λεπτές διαφοροποιήσεις του λόγου, συχνά με απασχόλησαν, καθόσον είχα κατά νου το μεταφραστικό αυτό έργο, εκτός του να διαβάζεται, να μπορεί και να παίζεται, μιας και στο θέατρο δεν παίζονται οι ιδέες, αλλά η ζωή που τις περιλαμβάνει. Όμως και εδώ, σε αυτή μου την επιθυμία, η ισοστίχιση του κειμένου και η ακριβής έννοια των μεταφερόμενων λέξεων, ήταν το κύριο μέλημά μου, καθώς δεν θα μπορούσα να αλλοιώσω το κείμενο, για να αποκτήσει επιπλέον περιεχόμενο, που θα ευνοούσε ίσως την θεατρική του παρουσίαση. Έτσι, λειτούργησα με κάποιες λογοπλασίες που συνταίριαζαν στην πολυπλοκότητα των εννοιών του Ποιητή κατά την μεταγραφή τους στον σύγχρονο λόγο, κρατώντας το ύφος που όριζε η πρωτογενής γραφή ως οδηγία προς τους υποκριτές που θα το αποδώσουν. Η γραμματική λειτουργία των αποστρόφων ηθελημένα καταστρατηγήθηκε σε κάποια σημεία, καθώς και ορισμένα σημεία της στίξης, για να δοθούν παύσεις των νοημάτων κατά την εκφορά του λόγου.
Ο Αισχύλος, όπως όλοι οι σπουδαίοι Ποιητές, χαρακτηρίζεται μεγάλος γιατί ανά τους αιώνες επισκεπτόμαστε τον λόγο του, ιχνηλατώντας τον πόρο στην απορία μας, για ό,τι νιώθουμε πως δεν βολεύει την ψυχή μας, που με την αρχαία ερμηνεία της λέξης της, σημαίνει και την σκέψη και το συναίσθημά μας.   
Η παρακολούθηση του Προμηθέα Δεσμώτη, έχει την δυνατότητα να ικανοποιήσει τις σκέψεις που ενδιαφέρονται για την εξέλιξη της υπόθεσης στο θεατρικό δράμα, αλλά προσφέρεται και για να δώσει ερεθίσματα για υψηλότερους συσχετισμούς σκέψης. Και όπως η φυσική επιστήμη ενσκήπτει στην Προσωκρατική φιλοσοφία αναζητώντας επαλήθευση των ερευνών της στον κβαντισμένο μικρόκοσμο, κάπως έτσι και εμείς, οφείλουμε να αναζητούμε στην αρχαία γραμματεία, τις έννοιες που θα αναδομήσουν τις υφιστάμενες λανθασμένες μας πεποιθήσεις για την ερμηνεία του Κόσμου.
Σήμερα βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο κρίσης του παγκόσμιου πολιτισμού, που αναζητά διακαώς νέα φιλοσοφική τροφοδότηση για να δημιουργήσει ένα πιο στέρεο βιώσιμο μοντέλο για την λειτουργία του. Η δική μου αίσθηση που απορρέει από την παρατήρηση σπουδαίων σκέψεων, στο χώρο της φιλοσοφίας αλλά και των θετικών επιστημών, είναι ότι ο επαναπροσδιορισμός μας θα πρέπει να είναι σαρωτικά πατροκτόνος. Βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας υποχρεωτικής Τιτανομαχίας που αναβάλλουμε συνεχώς, διατηρώντας και εξωραΐζοντας σαθρές και λανθασμένες αντιλήψεις ερμηνείας του Κόσμου, φοβούμενοι την πατροκτονία των αξιών της σκέψης, που μας περιορίζουν σε πανανθρώπινους παρωχημένους θεσμούς.
Τέλος, κρίνω πως όλοι έχουμε την ανάγκη μιας καταδίωξης της σκέψης μας, μέσα από έναν αυτο-επινενοημένο οίστρο, που θα μας περιπλανήσει με εκτροπή στα δικά μας άγνωστα μέρη, για να βιώσουμε ως κατάκτηση την προσωπική μας Οδύσσεια, που σαφώς δεν συγκρίνεται με αυτήν άλλων ανθρώπων, μιας και μια σύγκριση του δικού μας ταξιδιού με άλλα ταξιδέματα γνώσης, ενδεχομένως σημαίνει πως ίσως, ποτέ δεν κόψαμε τον κάβο μας και ως πλάνητες, πλήρεις πληροφοριών, φανταστήκαμε πως ταξιδέψαμε στη γνώση.

Κώστας Ζωγραφόπουλος

Δεσμώτης ο Προμηθέας στην εποχή μας



Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Δραγασιά στις



Τελευταία δεν πηγαίνω στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.
Κάτι δεν με βολεύει μέσα μου... και για τούτο ευθύνεται η αντίληψη της μεταμοντέρνας εκδοχής που οι δημιουργοί πλησιάζουν τα μεγάλα κείμενα.
Όλα στα ανεβάσματα τέτοιων έργων, ξεκινούν από την ερμηνεία που έχουμε για τη ζωή και την υποκειμενική ιδέα που σχηματίζουμε για το "τι" φανταζόμαστε ότι πραγματεύεται ένα αρχαίο έργο.
Αν μου πεις "τι" κατάλαβες από ένα αρχαίο έργο, θα σου πω ποιος είσαι και πως ζεις…
Αυτό πάει και ανάποδα!
Ακούω συχνά πυκνά, ότι ο Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου, κλείνει μέσα του το κορυφαίο μήνυμα της επαναστατικότητας απέναντι στον Δία.
Κάτι τέτοιο διάβασα στο διαδίκτυο, από τις αναλύσεις, πως πραγματεύτηκε και η παράσταση που ανέβηκε στον αρχαίο χώρο από τον κύριο Έκτορα Λυγίζο. Πρόσθετα από ό,τι κατάλαβα, έδωσε και την διπλή υπόσταση των πάντων μέσα από το μοίρασμα της δυαδικότητας άντρα και γυναίκα σε ένα διάλογο παρατήρησης των παθών του ήρωα, που το εφάρμοσε ως σκηνοθετικό εύρημα ακόμη και στον ίδιο τον Προμηθέα.
Δεν είμαι εγώ που θα καταργήσω το δικαίωμα της έκφρασης και της υποκειμενικής ιδέας που έχει ο κάθε δημιουργός για την αρχαία γραμματεία.
Πληγώνομαι όμως, όταν δεν συνοδεύεται ένα έργο από μια εμπεριστατωμένη ομιλία ή γραφή ενός εκάστου που αποφασίζει να δημιουργήσει την εκδοχή ερμηνείας πάνω σε ιερές σκηνές όπως αυτής της Επιδαύρου.
Αν μας έλεγε ο κύριος Λυγίζος ή και κάθε άλλος, τι φαντάζεται ότι πραγματεύεται ο Αισχύλος στην τραγωδία αυτή και από πού το τεκμαίρει, θα ήταν καλύτερα. Αυτό όμως έχει μια σπουδαία προϋπόθεση. Θα ήθελα να μας διαβεβαίωνε ο κάθε επίδοξος ερμηνευτής των μεγάλων έργων, ότι έκατσε να διαβάσει λέξη προς λέξη το πρωτότυπο για να κατανοήσει τον αρχαίο λόγο. Η συνήθης πρακτική της τέχνης που παράγεται από θυμικά πασπαλίσματα γνώσης, είναι να ακούσουμε τον ένα και τον άλλο τι σκέφτονται για την ερμηνεία των αρχαίων κειμένων, να βάλουμε κάτω τις υπάρχουσες υποκειμενικές μεταφράσεις και κόψε ράψε να φτιάξουμε μια δική μας εκδοχή που θα είναι λίγο εκκεντρική ώστε να καταπλήξουμε τα πλήθη.
Τούτο ως σύμπτωμα, αποτελεί Ύβρη πρώτου βαθμού που ταιριάζει με την ηθική της εποχής μας, δηλαδή με το εύκολο και το τζάμπα, μέσω των οποίων οι άνθρωποι διεκδικούν το προσωπικό τους «δοξάστε με».

Αν ο κύριος Λυγίζος διάλεξε την εκδοχή να παρουσιάσει τους πάντες στο έργο ως σχολιαρόπαιδα πλησιάζοντας έτσι τα νοήματα που μας άφησε κλειδωμένα ο Αισχύλος στους στίχους του, ποιος μου εγγυάται ότι του χρόνου δεν θα παρακολουθήσουν οι «καταναλωτές» της Επιδαύρου ένα Προμηθέα που θα λειτουργεί στη σκηνή μαθήματα σεξουαλικής αγωγής με ευφάνταστες περιπτύξεις του κάμα σούτρα;
Θα ήθελα ο κάθε δημιουργός να υποδείξει το στίχο που μετέφρασε και τον έπεισε να κρίνει ότι δικαιούται να φέρει την όποια εκδοχή της πνευματικής "τσόντας" στην Επίδαυρο. Τότε θα τον ασπαστώ. Διαφορετικά θα πρέπει κάποια στιγμή να υπάρξει η λεγόμενη Θεατρική αστυνομία.
Θα μου πει κάποιος ότι το θέατρο είναι ελεύθερο απέναντι στο δικαίωμα της κάθε άποψης να εκφράζεται. Σωστός ο συλλογισμός, αλλά τότε γιατί δεν αφήνουμε και τους παιδεραστές να εκφράσουν την κλίση της σκέψης τους ελεύθερα; Ποιος είναι αυτός που ερμηνεύει την έννοια της ελευθερίας συγχέοντας την με αυτή της ασυδοσίας; Εκτός και αν νομίζουν κάποιοι ότι ο βιασμός είναι μόνο σαρκικός και δεν έχει ευθύνη το δημόσιο θέαμα στην υποκουλτούρα μιας κοινωνίας.

Επειδή συνήθως οι μεταφράσεις των μεταμοντέρνων ανθρώπων της τέχνης, παρουσιάζουν κείμενα που ταιριάζουν στην έκφραση «ότι φανεί του Λολοστεφανή», θα ήθελα αν μπορούσε να φτάσει τόσο χαμηλά όσο στέκεται η σκέψη μου και να μου έλεγε ο σκηνοθέτης, μια και λειτούργησε τον κανιβαλισμό της διασκευής στην μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, τι σημαίνουν τα ακόλουθα λόγια του Αισχύλου (στίχος 1040 έως 1053) από το πρωτότυπο καθώς μιλά για τον Ερμή στο Χορό.

εἰδότι τοί μοι τάσδ᾽ ἀγγελίας
ὅδ᾽ ἐθώυξεν· πάσχειν δὲ κακῶς
ἐχθρὸν ὑπ᾽ ἐχθρῶν οὐδὲν ἀεικές.
πρὸς ταῦτ᾽ ἐπ᾽ ἐμοὶ ῥιπτέσθω μὲν
πυρὸς ἀμφήκης βόστρυχος, αἰθὴρ δ᾽
ἐρεθιζέσθω βροντῇ σφακέλῳ τ᾽
ἀγρίων ἀνέμων· χθόνα δ᾽ ἐκ πυθμένων
αὐταῖς ῥίζαις πνεῦμα κραδαίνοι,
κῦμα δὲ πόντου τραχεῖ ῥοθίῳ
συγχώσειεν τῶν οὐρανίων
ἄστρων διόδους· εἴς τε κελαινὸν
Τάρταρον ἄρδην ῥίψειε δέμας
τοὐμὸν ἀνάγκης στερραῖς δίναις·
πάντως ἐμέ γ᾽ οὐ θανατώσει.

Τώρα να περιμένω απάντηση κρίνω ότι είναι τόσο γελοίο, όσο γελοία είναι και η ηθική της λεγόμενης μεταμοντέρνας εποχής μας, που χωρίς κόπο ασχολείται με τεράστιες σκέψεις και τις χωρά κανιβαλίζοντάς τες, στο μικρό γοβάκι της ατομικής ιδιωτείας.
Συνήθως οι δημιουργοί τέτοιων εκδοχών και να διαβάσουν τις μεταφράσεις δεν μπορούν με δικά τους λόγια να περιγράψουν αυτό που διάβασαν.
Γιατί αυτό;
Μα γιατί ο Αισχύλος έβαλε νοήματα που άπτονται της Ελευσίνιας γνώσης του, που σαφώς τα προσπερνά ο εύκολος τρόπος σκέψης δίνοντας εκδοχές που φαντάζουν σπουδαίες, όπως αυτό το ιδεολόγημα του επαναστάτη ή του μαθησιακού παιχνιδιού σχολιαρόπαιδων ως μήνυμα στο έργο.  Ποιος θα διαβάσει φυσική και μαθηματικά για να σκεφτεί μέσω αυτών τι λέει ο Αισχύλος στο θέατρο;  Άλλωστε η εποχή μας ξέρει καλά τον κατακερματισμό και τα αντικείμενα σπουδών που προκύπτουν απ' αυτόν. Έτσι το κάθε ένα γνωσιακό κομμάτι τραγουδά στον σκοπό της μερικής γνώσης, ή αλλιώς θα λέγαμε της  άγνοιας επί της ολότητας που υπηρετεί.
Σιγά λοιπόν μην ήταν ο Προμηθέας Σπάρτακος!  Ή διδακτικό εύρημα για μαθησιακό παιχνίδι προσχολικής ηλικίας!
Αν και την εκδοχή του επαναστάτη, να την περιμένουμε κάποια στιγμή από την ξενόφερτη κινηματογραφική βιομηχανία της εντυπωσιακής ύπνωσης...
Αυτό που σίγουρα όμως καταφέραμε, είναι να καταστήσουμε δεσμώτη τον Προμηθέα μέσα μας και τούτο ως κατάντια ενός πολιτισμού δεν είναι λίγο!

Υ.Γ
Οι σχετικοί τόποι που με έκαναν να μιλήσω για τον δεσμώτη που τον λένε σήμερα Προμηθέα, και γιατί όχι να τον πουν αργότερα να τον πούμε και Θέμη... Άλλωστε τα υποκοριστικά πάνε και έρχονται στους παρακμιακούς πολιτισμούς...

* Μαγνητοσκοπημένο απόσπασμα : https://www.youtube.com/watch?v=qvHtNL2-OFM
* Ηλεκτρονική εφημερίδα:  http://www.protothema.gr/culture/article/395319/o-promitheas-tou-ektora-lugizou-edose-to-pneuma-tis-epohis-stin-epidauro/

Διαγωνισμός Τέχνης στο Ελλαδιστάν


Το άρθρο αναρτήθηκε στο ιστολόγιο Δραγασιά στις



Τα έφερε η μοίρα, να πάω σ’ ένα θεατρικό διαγωνισμό κάποιου πολυχώρου τέχνης, για να παρακολουθήσω την τελευταία μέρα διαγωνισμού των τεσσάρων επικρατέστερων σχημάτων, ώστε να απονεμηθούν οι βραβεύσεις από το κοινό.
Πάντοτε σαν παρακολουθώ θεατρικές δημιουργίες νέων, κάνω πολλές σκέψεις καμαρώνοντας συνάμα γι αυτούς που επιλέγουν ως μέσο επικοινωνίας των ανησυχιών της ζωής τους την τέχνη, έστω και αν υπάρχουν ελλείψεις. Κανένας δεν γεννήθηκε τέλειος και η αγάπη μας για τις Τέχνες είναι πραγματική σαν μπορούμε να δούμε την διαδικασία που παράγει πολιτισμό και όχι να καταναλώνουμε ότι μας προσφέρουν ως αδιαμφισβήτητα σπουδαίο.

Μέχρι εδώ όλα καλά… αλλά στο Ελλαδιστάν που είναι μια τριτοκοσμική χώρα παρακμής τα πράγματα έχουν πάντα την δική τους απρόβλεπτη εκδοχή…

Μετά από κάθε μονόπρακτο, στο μικρό διάλειμμα που γινόταν, ο κόσμος έβγαινε έξω από την αίθουσα για το αναγκαίο τσιγάρο του, εξοικονομώντας έτσι χρόνο οι υπεύθυνοι να διευθετήσουν το φροντιστήριο της σκηνής για τους επόμενους διαγωνιζόμενους.
Όταν παρακολουθήσαμε και το τρίτο μονόπρακτο, είπα να κάνω κι εγώ το δικό μου τσιγαράκι κι έτσι κατευθύνθηκα προς την έξοδο, όπου είχαν στήσει οι χαμογελαστές κοπέλες της διοργάνωσης μια διάφανη κάλπη πάνω σε ένα πάγκο για να συγκεντρώσουν τους ψήφους των θεατών.
Γούρλωσα από απορία τα μάτια μου σαν διαπίστωσα πως η διάφανη μικρή κάλπη ήταν σχεδόν μέχρι την μέση γεμάτη από χαρτάκια ψηφοφορίας.
Πλησίασα τις κοπέλες που συνέχιζαν να χαμογελούν και τις ρώτησα πως γίνεται ενώ δεν έχουν διαγωνιστεί όλα τα σχήματα να δέχονται ψήφους. Η ενοχική τους απάντηση, ταιριαστή με την ανευθυνότητα που διακατέχει και τον δημόσιο τομέα σαν κάνει εγκλήματα σε περιβάλλον και πολίτες, ήταν πως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε γιατί κάποιοι που ήθελαν να φύγουν απαιτούσαν να ψηφίσουν.
Χαμογέλασα με μια αμφιθυμία λύπης και απορίας και συμπλήρωσα μετά το «Αχ» που μου βγήκε αβίαστα, πως αν δοκίμαζαν να ζητήσουν το «γιατί» θετικής ψήφου ή την αιτιολόγηση της απόρριψης σε ότι έκριναν τέτοιοι θεατές, θα ήσαν ελάχιστοι αυτοί που θα είχαν κάτι να πουν. Ενώ συνέχιζαν εκείνες να με κοιτούν αμήχανα, συμπλήρωσα πως η πλειονότητα όσων παρακολουθούν θεάματα και συμπεριφέρονται έτσι ενώ καλούνται να δώσουν την ψήφο τους, είναι δυστυχώς κανίβαλοι.

Στο τρίτο βήμα μου ενώ προσπαθούσα να γευθώ την πικρή ρουφηξιά του τσιγάρου μου φεύγοντας από το τραπέζι της ψηφοφορίας των απολίτιστων, άκουσα μια σοβαρή φωνή από ένα κύριο που μου έλεγε πως αυτός δεν είναι κανίβαλος.
Πράγματι τον κοίταξα και προς στιγμήν συμφώνησα μέσα μου μαζί του, μια και δεν είχε κανένα κόκαλο στο κεφάλι του, ούτε αμφίεση που να παραπέμπει σε αυτό το χαρακτηρισμό. Ένας καθώς πρέπει άνθρωπος με ωραία ρούχα και ένα ξανθωπό μαλλί που αν δεν είχε σχέση με την τέχνη σίγουρα θα ήταν εγγράμματος σε κάποια θέση ιδιωτικού ή κρατικού τομέα ή ακόμη θα μπορούσε να επιβιώνει μέσα από κάποια επιχειρηματική δράση.
Δυστυχώς όμως έκανα λάθος.
Διαπίστωσα πως οι κανίβαλοι που είχα απροσδιόριστα στη σκέψη μου κατά την ώρα που τους ανέφερα στις όμορφες ψηφολέκτριες, δεν έχουν απαραίτητα την αφρικανική εμφάνιση.
Το ύφος του δικαίου που αισθάνεται ένας βλάκας, όπως μας έχει αναλύσει στο όμορφο έργο «Εγχειρίδιο βλακείας» ο ευφυής Διονύσης Χαριτόπουλος, έλαμπε στα μάτια του κυρίου. Με σοβαρό ύφος υποστήριξε ότι δεν έχει χρόνο να παραμείνει άλλο και αφού είδε τα τρία έργα έκρινε σωστό να ψηφίσει τα δύο που του άρεσαν περισσότερο.
Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι αν δεν έχουμε χρόνο απλώς δεν ψηφίζουμε σαν δεν έχουμε παρακολουθήσει όλο το διαγωνιστικό μέρος, αλλά εστάθη αδύνατον να αλλάξει η γωνία της ματιάς του, που καμάρωνε το «σπουδαίον» της ύπαρξής του, όπως ακριβώς κάνουν σαν αγορεύουν οι πολιτικοί περιορισμένης αντίληψης των οποίων το λόγο νομιμοποιούν  οι πνευματικά σακάτηδες οπαδοί τους. Να δεις σκέφτηκα που κάποιον πολιτικό με πρόδηλο νοητικό πρόβλημα τον έχει ψηφίσει και τούτος….
Δεν είπα πολλά λόγια, μια και ήταν σίγουρος ότι είχε πράξει το σωστό και ότι η λογική του είναι απόλυτα σωστή, απορώντας με την σκέψη μου που τον προσέβαλε.
Απομακρύνθηκα με την απόδειξη ότι ο βλάκας είναι κυρίαρχο και ανίκητο Όν στην κοινωνία μας, και σιγουρεύτηκα για την ορθή σκέψη των τραγικών ποιητών μιας άλλης Ελλάδας, πως ο κόσμος δεν αλλάζει με την πειθώ αλλά με την Νέμεση…

Προφανώς είχε παρευρεθεί σ’ αυτόν τον διαγωνισμό όπως θα συνήθιζε και στις εθνικές εκλογές, με το ψηφοδέλτιο σημαδεμένο εξ υποχρεώσεως.
Κάποτε μου είχε πει ένας Ιρακινός σπουδαγμένος φωτογράφος που ήταν εργάτης στην Ελλάδα, πως όποιος προσπαθεί να πει φιλοσοφία σε βλάκες είναι ίδιος με αυτούς. Έτσι σαν καλός μαθητής της ανατολικής σκέψης, σιώπησα και δεν του ανέφερα ότι και το παιδί του σαν διαγωνίζονταν αν ήθελε να το καμαρώσει κάποτε σπουδαίο, θα έπρεπε να του εξηγήσει και να ψηφίσει ότι έκρινε καλύτερο η συνείδησή του. Αλλά αυτό ως αξία αντιβαίνει με το παλαιότερο και γιατί όχι ακόμα τωρινό βόλεμα των «δικών» μας έστω και αν υπολείπονται άλλων αξιότερων.
Αν θέλετε απόδειξη κοιτάξτε τα ονόματα των βουλευτών στο Ελλαδιστάν για να καταλάβετε πως η αντίληψη της «βασιλείας» κληρονομικώ δικαίω, ισχύει ακόμη στις υπανάπτυκτες χώρες που δυστυχώς δεν είναι λίγες στον κόσμο…
Ας πούμε πως οι θώκοι της εξουσίας καταλαμβάνονται από απογόνους του κεφαλαίου και των κυβερνητικών υπαλλήλων του, που το υπηρετούν πάππου προς πάππου, μέσω μιας κλειστής σκυταλοδρομίας.

Αποφάσισα να γράψω χωρίς στοιχεία αυτό το χρονογράφημα, σχετικά με το χώρο που διοργάνωσε αυτούς τους θεατρικούς αγώνες, γιατί δεν πιστεύω στην τιμωρία της κατηγόριας, αλλά στην νουθεσία των "λογικών" που στοχεύουν στην αριστεία της σκέψης.
Για δε τον «κανίβαλο» που χάθηκε βιαστικός στην υγρή νύχτα, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως έχει να προσφέρει σπουδαία στη ζήση του, αν διαχωρίσει τον Εαυτό του από την βλακεία που είναι εγγενής στη ζωή μας και δεν νιώθει ότι απειλείται απ’ τον διαχωρισμό αυτό.

Αυτό που με κάνει να λυπάμαι, είναι ότι δεν προσφέρονται οι συνθήκες μιας διαφορετικής παιδείας στο κάθε Ελλαδιστάν της Οικουμένης, για να ξεπεράσουμε τις βεβαιότητες που φτιάχνουν κόσμους ανταγωνιστικούς, βίαιους και ανέραστους και έτσι κάνει κύκλο η λάσπη στο βαρέλι που το γυρίζουν αδιαμόρφωτοι ψυχικά Κυβερνήτες και παρατρεχάμενοι της εκάστοτε εξουσίας…

Κ.Ζ

Υ.Γ
Την εικόνα του βλάκα την δανείστηκα από τον ακόλουθο χώρο
http://eviain.blogspot.gr/2012/09/blog-post_1706.html